Ο νέος κορονοϊός, SARS-CoV-2, έχει επηρεάσει σήμερα περισσότερα από 250.000 άτομα παγκοσμίως.

Καθώς ο ιός αυτός είναι σχετικά νέος, οι επιστήμονες προσπαθούν ακόμα να κατανοήσουν ποιος είναι ο τρόπος που συμπεριφέρεται, γεγονός που θα βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη οδηγιών για τον περιορισμό της πανδημίας.

Μία ομάδα επιστημόνων από το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Όστιν, έλαβε μέρος στην παραπάνω προσπάθεια και κατάφερε να καταλήξει σε ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη μετάδοση του νέου κορονοϊού. Οι παρατηρήσεις τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Emerging Infectious Diseases.

Serial Interval

Στην έρευνα έλαβαν μέρος επιστήμονες από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ. Ο στόχος της έρευνας ήταν να εξετάσει πόσο γρήγορα εξαπλώνεται ο ιός SARS-CoV-2.

Για να εξετάσουν την ταχύτητα εξάπλωσης ενός ιού, οι γιατροί εστιάζουν κυρίως σε δύο παράγοντες:

  1. Τον RP (reproduction number), δηλαδή τον αριθμό των ατόμων που μπορεί να μολύνει ένας φορέας του ιού.
  2. Τον SI (serial interval), δηλαδή το χρόνο από την εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα άτομο μέχρι τη λοίμωξη και εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα άτομο που μολύνθηκε από το παραπάνω άτομο.

Οι ερευνητές της παρούσας μελέτης διαπίστωσαν ότι ο SI για τον ιό SARS-CoV-2 είναι σχεδόν 4 ημέρες.

Εξήγησαν επίσης ότι όσο μικρότερος είναι ο SI ενός ιού, τόσο δυσκολότερος είναι ο περιορισμός της επιδημίας, καθώς αυτό σημαίνει ότι εξαπλώνεται ταχύτερα.

«Ο ιός Ebola, του οποίου το SI είναι μερικές εβδομάδες, είναι ευκολότερο να περιοριστεί σε σχέση με τη γρίπη, η οποία έχει SI λίγες ημέρες. Ως αποτέλεσμα, οι οργανισμοί που είχαν ασχοληθεί με την αντιμετώπιση της επιδημίας του Ebola είχαν πολύ περισσότερο χρόνο για να ταυτοποιήσουν και να απομονώσουν τους ασθενείς πριν μολύνουν άλλα άτομα», εξήγησε η καθηγήτρια Lauren Ancel Meyers από το Πανεπιστήμιο του Τέξας. «Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο κορονοϊός μεταδίδεται όπως η γρίπη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν ενέργειες άμεσα προκειμένου να περιοριστεί αυτή η απειλή».

«Σιωπηλή Μετάδοση»

Η «σιωπηλή μετάδοση» συμβαίνει όταν κάποιος ασθενής που έχει μολυνθεί με τον ιό, μπορεί να τον μεταδώσει χωρίς ο ίδιος να παρουσιάσει συμπτώματα. Η παρούσα μελέτη είναι μία από τις πρώτες που εξέτασε το φαινόμενο αυτό στον SARS-CoV-2.

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες εξέτασαν συνολικά 450 περιστατικά ασθενών από 93 πόλεις της Κίνας.

Όπως διαπίστωσαν, ο ιός είναι δυνατό να μεταδοθεί πριν εμφανιστούν συμπτώματα, κάτι που οι επιστήμονες ονομάζουν προσυμπτωματική μετάδοση.

Σύμφωνα με τους ερευνητές της παρούσας μελέτης, το ποσοστό των ασθενών που έχουν μολυνθεί από ασυμπτωματικά άτομα ανέρχεται στο 10% περίπου του συνόλου.

Σήμερα δεν γνωρίζουμε ακόμη σε ποιο ποσοστό ευθύνεται το παραπάνω φαινόμενο για την πανδημία του κορονοϊού που αντιμετωπίζουμε. Οι παρατηρήσεις της μελέτης, ωστόσο, θα μας βοηθήσουν να προβλέψουμε καλύτερα τη συμπεριφορά του ιού στο μέλλον.

Παραμένουν Αναπάντητα Ερωτήματα

Ορισμένοι ασθενείς που έχουν μολυνθεί με τον SARS-CoV-2 δεν παρουσιάζουν συμπτώματα και σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις το ποσοστό αυτό, δηλαδή των ασυμπτωματικών φορέων, ανέρχεται στο 1-3%.

Ωστόσο, στο σύνολο των περιστατικών του COVID-19, υπάρχει μία καθυστέρηση ανάμεσα στην αρχική μόλυνση και την εμφάνιση των συμπτωμάτων, διάρκεια γνωστή ως περίοδος επώασης.

Ο χρόνος από την αρχική μόλυνση μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων κυμαίνεται από 2 εώς 14 ημέρες σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα.

Μία πρόσφατη έρευνα που εξέτασε την περίοδο επώασης του ιού διαπίστωσε ότι ο μέσος χρόνος για την εμφάνιση των συμπτωμάτων είναι οι 5.1 ημέρες, με το 97.5% των ασθενών να παρουσιάζει συμπτώματα μέσα σε 11.5 ημέρες.

Φαίνεται, έτσι, ότι είναι σημαντικό να διαπιστώσουμε πόσο εύκολα μπορεί να μεταδοθεί ο ιός από τους ασυμπτωματικούς φορείς.

«Η έρευνα αυτή προσφέρει δεδομένα που δείχνουν ότι τα εκτεταμένα μέτρα πρόληψης, τα οποία περιλαμβάνουν περιορισμό στο σπίτι, καραντίνα, κλείσιμο των σχολείων, περιορισμοί των ταξιδίων και απαγόρευση των συναθροίσεων με πολλά άτομα, είναι απαραίτητα. Η ασυμπτωματική μετάδοση σίγουρα καθιστά δυσκολότερο τον περιορισμό της επιδημίας», είπε η Meyers.

Οι συγγραφείς της παρούσας μελέτης τόνισαν επίσης ότι, καθώς ο αριθμός των ασθενών που μολύνονται με τον ιό συνεχίζει να αυξάνεται, οι αριθμοί που έχουν δώσει μπορεί να αλλάξουν.

Καθώς αρκετές επιστημονικές ομάδες εργάζονται συνεχώς για να κατανοήσουν τους μηχανισμούς του ιού, θα πρέπει να περιμένουμε για περισσότερα δεδομένα μέχρι να μπορούμε να καταλήξουμε σε σαφή συμπεράσματα σχετικά με τα ποσοστά της σιωπηλής μετάδοσης.