Μία νέα έρευνα που εξέτασε μία βάση δεδομένων με περισσότερους από 10.000 βετεράνους που μολύνθηκαν με τον ιό SARS-CoV-2 στις ΗΠΑ, διαπίστωσε ότι η προχωρημένη ηλικία, τα υψηλότερα ποσοστά του COVID-19 στην κοινότητα, το σκορ CCI (Charlson comorbidity index / ένας δείκτης για τις συννοσηρότητες) καθώς και οι παθολογικές τιμές σε ορισμένες εξετάσεις αίματος είναι παράγοντες που συνδέονται στο σύνολό τους με αυξημένη θνησιμότητα από τον COVID-19.

Ωστόσο, αρκετοί παράγοντες που θεωρούσαμε στο παρελθόν ότι συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο, όπως η παχυσαρκία, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η υπέρταση και το κάπνισμα, δεν συνδέθηκαν με αυξημένη θνησιμότητα στην παρούσα μελέτη, όπως υποστήριξε ο επικεφαλής της έρευνας, George Ioannou, BMBCh, και οι συνεργάτες του στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open.

«Άλλοι παράγοντες που συνδέθηκαν με αυξημένη θνησιμότητα ήταν συγκεκριμένες προϋπάρχουσες παθήσεις (όπως η καρδιακή ανεπάρκεια, η χρόνια νεφρική νόσος και η κίρρωση), καθώς και η παρουσία ορισμένων συμπτωμάτων (όπως ο πυρετός και η δύσπνοια)», πρόσθεσε ο ίδιος.

Οι επιστήμονες υποστήριξαν επίσης ότι οι συννοσηρότητες συνολικά και όχι ξεχωριστά έχουν ισχυρότερη προγνωστική ισχύ για την πορεία της νόσου, καθώς το σκορ CCI συνδέθηκε ισχυρά με τη θνησιμότητα των ασθενών.

Οι συγγραφείς τόνισαν επίσης ότι αν και διάφοροι παράγοντες έχουν συνδεθεί στο παρελθόν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου, οι περισσότερες έρευνες στην αρχή της πανδημίας «δεν είχαν κάνει προσαρμογή έτσι ώστε να μπορούν να εξετάσουν ξεχωριστά τον κάθε παράγοντα», είχαν εξετάσει μικρά δείγματα και δεν είχαν κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στους ασθενείς με θετικές και αρνητικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από σχεδόν 88.000 ασθενείς της βάσης δεδομένων Veterans Affairs (VA) οι οποίοι είχαν κάνει εξετάσεις για COVID-19 με PCR από τις 28 Φεβρουαρίου μέχρι τις 14 Μαΐου. Συνολικά, το 11.4% των ασθενών είχε θετικές εξετάσεις.

Από αυτούς που είχαν θετικές εξετάσεις, η πλειοψηφία ήταν άνδρες, ενώ σχεδόν το 50% ήταν Καυκάσιοι. Συγκριτικά με αυτούς που είχαν αρνητικές εξετάσεις για τον ιό, οι ασθενείς που είχαν θετικές εξετάσεις ήταν συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, Αφροαμερικανοί, παχύσαρκοι και ζούσαν συνήθως σε πολιτείες των ΗΠΑ με υψηλό αριθμό περιστατικών. Τα ποσοστά των συννοσηροτήτων και το σκορ CCI ήταν παρόμοιο στις δύο ομάδες, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς.

Σχεδόν τα 2/3 των θανάτων καταγράφηκαν σε ασθενείς άνω των 50 ετών. Ειδικότερα, το 29% των ασθενών που κατέληξαν είχαν ηλικία 65-79, ενώ το 28% ήταν άνω των 80. Στους υπόλοιπους παράγοντες που εξετάστηκαν, το ανδρικό φύλο συνδέθηκε με 12.3% αυξημένο κίνδυνο θανάτου, το σκορ CCI πάνω από 1 με 11%, η παρουσία πυρετού με 5%, η δύσπνοια με 4%, ενώ «στους υπόλοιπους παράγοντες κινδύνου η σύνδεση δεν ήταν στατιστικώς σημαντική.

Εξετάζοντας αποκλειστικά τους ασθενείς που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό, η προχωρημένη ηλικία, τα υψηλά ποσοστά COVID-19 στην κοινότητα και το σκορ CCI πάνω από 1 συνδέθηκαν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου. Ο πυρετός και η δύσπνοια συνδέθηκαν επίσης με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου.

Ορισμένες εργαστηριακές εξετάσεις παρουσίασαν επίσης δοσοεξαρτώμενη σύνδεση με τη θνησιμότητα, μεταξύ των οποίων η αμινοτρασφεράση, η κρεατινίνη και η αναλογία ουδετεροφίλων/λεμφοκυττάρων.

Όταν ρωτήθηκαν σχετικά με παράγοντες που είχε διαπιστωθεί ότι αυξάνουν τη θνησιμότητα στο παρελθόν, για τους οποίους ωστόσο η παρούσα έρευνα δεν παρατήρησε στατιστικώς σημαντική σύνδεση (όπως ο ΔΜΣ, η υπέρταση και η ΧΑΠ), οι επιστήμονες απάντησαν ότι το γεγονός αυτό αποδίδεται πιθανώς στην προσαρμογή που έκανε η κάθε έρευνα, αλλά και στις διαφορές των πληθυσμών που εξετάστηκαν.

Ο σημαντικότερος περιορισμός της παρούσας έρευνας ήταν ότι εξέτασε μόνο βετεράνους, επομένως τα αποτελέσματά της πιθανώς δεν αφορούν το σύνολο του πληθυσμού (ιδιαίτερα τις γυναίκες). Οι επιστήμονες υποστήριξαν επίσης ότι τα ICD-10 που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό των συννοσηροτήτων είχαν καθοριστεί από επισκέψεις των ασθενών στο σύστημα VA.