Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, η σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 συνδέεται με τον αριθμό των εξωκυττάρων δικτύουν ουδετεροφίλων (NETs). Τα NETs τυπικά βοηθούν τον οργανισμό να αντιμετωπίσει τις λοιμώξεις, ωστόσο σε ορισμένα περιστατικά του COVID-19, φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της νόσου.

Οι επιστήμονες από το University of Michigan, το Northwell Health και το Cold Spring Harbor Laboratory, έκαναν μία ανακάλυψη που μας προσφέρει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την πορεία του COVID-19.

Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JCI Insight, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα των NETs στο αίμα και τη σοβαρότητα της λοίμωξης του COVID-19. Τα NETs είναι δίκτυα ινών που αποτελούνται από DNA και πρωτεΐνες των λευκών αιμοσφαιρίων.

Τα NETs έχουν βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος στην έρευνα για το ανοσοποιητικό σύστημα και τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί δρουν σαν δίκοπο μαχαίρι, δηλαδή σε ορισμένες περιπτώσεις βοηθούν στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων, ενώ σε άλλες είναι πιο επιβλαβείς παρά ωφέλιμες.

Τα NETs είναι εξωκυττάρια δίκτυα ινών που περιέχουν το DNA των ουδετεροφίλων, ένα είδος λευκών αιμοσφαιρίων που έχει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Τα δίκτυα αυτά σχηματίζονται ως αποτέλεσμα μία συγκεκριμένης μορφής κυτταρικού θανάτου η οποία ονομάζεται NETωση και η οποία, σύμφωνα με τους ερευνητές, προκαλείται από τα προϊόντα της διάσπασης των βακτηρίων, αλλά και φλεγμονώδη ερεθίσματα.

«Μία Πιθανή Σύνδεση»

Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν 84 δείγματα ορού από 50 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19.

Αρχικά, παρατήρησαν ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στον COVID-19 και τα επίπεδα των δεικτών για τα NETs.

«Παρατηρήσαμε ότι οι ασθενείς με COVID-19 έχουν υψηλότερα επίπεδα NETs στο αίμα. Τα τελευταία είναι προϊόν μίας φλεγμονώδους διαδικασίας κυτταρικού θανάτου των ουδετεροφίλων που λέγεται NETωση», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Dr Yu Zuo.

Στη συνέχεια, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν τα τα επίπεδα των NET στον ορό σχετίζονται με τη σοβαρότητα της νόσου. Για το σκοπό αυτό συνέκριναν 27 δείγματα ορού από ασθενείς που είχαν διασωληνωθεί με 24 δείγματα από ασθενείς με ήπια ή μέτρα νόσηση από COVID-19.

Η σύγκριση αυτή έδειξε ότι οι ασθενείς με σοβαρό COVID-19 έχουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ορισμένων δεικτών NET, γεγονός που «δείχνει ότι πιθανώς υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα των NETs στον ορό και τη σοβαρότητα της λοίμωξης από COVID-19», όπως έγραψαν οι επιστήμονες στη μελέτη τους.

Αν και τα NETs τυπικά βοηθούν στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων, αν τα επίπεδά τους δεν ρυθμιστούν, μπορεί να οδηγήσουν σε παθολογική φλεγμονώδη απόκριση και θρόμβωση στα μικρότερα αγγεία.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτός είναι και ο λόγος που τα NETs συνδέονται με τη σοβαρότητα της λοίμωξης από COVID-19. Ωστόσο, σίγουρα θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθεί η παραπάνω θεωρία.

«Ελπίζουμε ότι οι παρατηρήσεις μας θα οδηγήσουν σε περισσότερες έρευνες σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στα NETs και τη σοβαρότητα της λοίωμξης του COVID-19», όπως έγραψαν οι επιστήμονες.

Καταλήγοντας, αναφέρθηκαν επίσης στην κλινική σημασία που έχουν οι παρατηρήσεις τους:

«Καθώς περιμένουμε τα αντιιικά και ανοσολογικά φάρμακα για την πανδημία, η έρευνά μας έδειξε ότι οι αντιουδετεροφιλικές θεραπείες θα πρέπει ίσως να αποτελέσουν κομμάτι της εξατομικευμένης θεραπείας για κάποιους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο μετάβασης της νόσου σε αναπνευστική ανεπάρκεια».