Ο όρος θυρεοτοξίκωση αναφέρεται στο κλινικό σύνδρομο υπερμεταβολισμού που προκαλείται από τα αυξημένα επίπεδα των θυρεοειδών ορμονών στον ορό, ειδικότερα της ελεύθερης θυροξίνης (Τ4) ή/και της τριιωδοθυρονίνης (Τ3).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας, τα ποσοστά θυρεοτοξίκωσης είναι αρκετά υψηλότερα στους ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19, συγκριτικά με τους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από άλλες παθήσεις. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι πιθανώς η λοίμωξη από COVID-19 συνδέεται με μία άτυπη μορφή θυρεοειδίτιδας.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Diabetes and Endocrinology.

Η κύρια συγγραφέας της έρευνας, Dr Ilaria Muller, MD, PhD, από το Τμήμα Ενδοκρινολογίας του IRCCS Fondazione Ca’ Granda Ospedale Maggiore Policlinico στο Μιλάνο, δήλωσε: «Συνιστούμε στους γιατρούς να εξετάζουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς στους ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύονται στη ΜΕΘ, καθώς οι ασθενείς αυτοί παρουσιάζουν συχνά θυρεοτοξίκωση εξ’ αιτίας μίας υποξείας θυρεοειδίτιδας που σχετίζεται με τον SARS-CoV-2».

Μία σημαντική παρατήρηση της έρευνας η οποία εξέτασε ασθενείς με σοβαρή νόσηση από COVID-19 που εισήχθησαν στη ΜΕΘ, αλλά και ασθενείς με ηπιότερη νόσηση από τον ιό, ήταν ότι οι παθήσεις του θυρεοειδούς δεν αυξάνουν τον κίνδυνο λοίμωξης με COVID-19. Η ερευνητική ομάδα υποστήριξε επίσης ότι δεν διαπιστώθηκαν αυξημένα ποσοστά παθήσεων του θυρεοειδούς στους ασθενείς με COVID-19, σε αντίθεση με τις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών.

Η νέα έρευνα προσφέρει επίσης δεδομένα σχετικά με τη συστηματική φλεγμονή, καθώς και τη φλεγμονή που εντοπίζεται ειδικά στον θυρεοειδή και προκαλείται από τον ιό SARS-CoV-2.

Η Dr Muller εξήγησε ότι πρώιμα δεδομένα από το εργαστήριο που εργάζεται διαπίστωσαν ανωμαλίες του θυρεοειδούς στους ασθενείς που είχαν νοσήσει σοβαρά με COVID-19. Η Muller και η ομάδα της εξέτασαν επίσης δεδομένα για 93 ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στις ΜΕΘ άλλων νοσοκομείων της Ιταλίας.

Ακολούθως συνέκριναν τα παραπάνω δεδομένα με αυτά 101 ασθενών που εισήχθησαν στις ΜΕΘ των ίδιων νοσοκομείων το 2019 για άλλα αίτια (εκτός του COVID-19). Η ανάλυση εξέτασε επίσης 52 ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν σε εκτός της ΜΕΘ.

Η μέση ηλικία των ασθενών με COVID-19 στις ΜΕΘ ήταν τα 65.3 έτη, των ασθενών στις ΜΕΘ το 2019 τα 73 έτη, ενώ στην τελευταία ομάδα τα 70 έτη. Η ομάδα των ασθενών με COVID-19 στις ΜΕΘ είχε περισσότερους άνδρες σε σχέση με τις άλλες 2 ομάδες (69% έναντι 56% και 48% αντίστοιχα).

Όλοι οι ασθενείς που είχαν προϋπάρχουσες παθήσεις του θυρεοειδούς εξαιρέθηκαν από την ανάλυση.

Το 15% (13) των ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ είχαν κάποιου βαθμού θυρεοτοξικότητα ενώ στις άλλες 2 ομάδες μόλις 1 ασθενής είχε βλάβες στο θυρεοειδή.

Οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ με COVID-19 είχαν επίσης χαμηλότερα επίπεδα της TSH σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες και υψηλότερα επίπεδα ελεύθερης T4.

Οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι αν και η θυρεοτοξίκωση που σχετίζεται με υποξεία ιογενή θυρεοειδίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε διάφορες ιογενείς λοιμώξεις, υπάρχουν ορισμένες χαρακτηριστικές διαφορές στους ασθενείς με COVID-19.

«Η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς που προκαλείται από τον SARS-CoV-2 είναι ηπιότερη σε σχέση με την υποξία θυρεοειδίτιδα που προκαλείται από άλλους ιούς», εξήγησε η Muller.

Επιπλέον, η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς που σχετίζεται με άλλες ιογενείς λοιμώξεις εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, ενώ στον COVID-19 διαπιστώθηκαν υψηλότερα ποσοστά άτυπης θυρεοειδίτιδας στους άνδρες. Επιπλέον, στον COVID-19 οι επιδράσεις στο θυρεοειδή εμφανίζονται νωρίς, ενώ στους άλλους ιούς εντοπίζονται συχνότερα μετά την αποδρομή της λοίμωξης.

Ακόμη, οι ασθενείς δεν παρουσίασαν άλγος στο λαιμό, ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ιογενούς θυρεοειδίτιδας. Επίσης, η έκταση των βλαβών στο θυρεοειδή ήταν ανάλογη της σοβαρότητας της νόσησης από COVID-19, ενώ σε άλλους ιούς ακόμα και η ήπια νόσηση μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες.

Εξετάζοντας περαιτέρω την πορεία 8 ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στις ΜΕΘ, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι 55 ημέρες μετά το εξιτήριο 2 από αυτούς παρουσίασαν υπερθυρεοειδισμό, αν και πιθανώς αυτός δεν σχετιζόταν με τον COVID-19, ενώ στους υπόλοιπους 6 η λειτουργία του θυρεοειδούς επανήλθε.

Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν ο COVID-19 μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμες επιδράσεις στον θυρεοειδή, είπε η Muller.

«Αυτή τη στιγμή δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιες θα είναι οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις μίας λοίμωξης από COVID-19 στο θυρεοειδή. Στην τυπική υποξεία ιογενή θυρεοειδίτιδα, μετά από λίγα χρόνια, περίπου το 5-20% των ασθενών παρουσιάζει υποθυρεοειδισμό, επομένως πιθανώς το ίδιο θα συμβεί και με τους ασθενείς που νοσούν από COVID-19», συμπλήρωσε.

Οι επιστήμονες τόνισαν ότι η διάγνωση της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς στους ασθενείς με COVID-19 είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η έγκαιρη αντιμετώπισή της μπορεί να είναι ωφέλιμη για τους ασθενείς.

«Η τυπική θεραπεία της θυρεοειδίτιδας είναι τα στεροειδή, επομένως η παρουσία δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς αποτελεί μία ένδειξη σχετικά με τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές έρευνες», εξήγησε η Muller.

Οι επιστήμονες τόνισαν επίσης ότι οι υποδοχείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης 2 (ACE2), δηλαδή το σημείο εισόδου του ιού στα κύτταρα, εκφράζονται περισσότερο στο θυρεοειδή σε σχέση με τους πνεύμονες, όπως έχει διαπιστωθεί από τελευταίες έρευνες.