Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine έδειξε ότι τα 3 νεότερα στελέχη του SARS-CoV-2 δεν εξουδετερώνονται από τα αντισώματα για το αρχικό στέλεχος του ιού που κυκλοφορεί από την αρχή της πανδημίας. Εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ανεξαρτήτως της προέλευσης των παραπάνω αντισωμάτων (φυσική νόσηση ή εμβολιασμός), οι επιστήμονες της έρευνας παρατήρησαν ότι χρειάζονται υψηλότερες ποσότητες αντισωμάτων προκειμένου να εξουδετερωθούν τα νεότερα στελέχη του ιού.

Οι παρατηρήσεις της έρευνας, οι οποίες βασίζονται σε εργαστηριακά πειράματα, δείχνουν ότι η αποτελεσματικότητα των φαρμάκων και εμβολίων για την COVID-19 που χρησιμοποιούνται σήμερα θα φθίνει συνεχώς καθώς εμφανίζονται όλο και περισσότερα στελέχη. Τα 3 στελέχη που εξετάστηκαν στην παρούσα μελέτη ήταν αυτά της Μεγάλης Βρετανίας (Β117), της Νότιας Αφρικής (Β1135) και της Βραζιλίας (Ρ1 και Ρ2).

«Υπάρχει μεγάλη ανησυχία ότι οι ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 ή εμβολιάστηκαν για τον ιό δεν θα είναι προστατευμένοι από τα νέα στελέχη», είπε ο επικεφαλής της έρευνας, Michael S. Diamond, MD, PhD. «Η ποσότητα των αντισωμάτων που παράγονται μετά τη φυσική λοίμωξη ή το εμβόλιο διαφέρει σε κάθε ασθενή. Ορισμένοι ασθενείς παράγουν υψηλά επίπεδα αντισωμάτων, επομένως θα είναι προστατευμένοι από τα νεότερα στελέχη. Ωστόσο, άλλοι, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι και οι ανοσοκατεσταλμένοι μπορεί να έχουν χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων. Αν χρειάζονται δεκαπλάσια επίπεδα αντισωμάτων για την εξουδετέρωση των νέων στελεχών, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα τη έρευνάς μας, τότε οι ασθενείς αυτοί θα μπορούν να νοσήσουν με τα στελέχη αυτά. Δυστυχώς, φαίνεται ότι οι ασθενείς που χρειάζονται περισσότερο την προστασία μέσω του εμβολιασμού είναι αυτοί που θα έχουν τα χαμηλότερα επίπεδα αντισωμάτων».

Ο ιός που προκαλεί COVID-19, ο SARS-CoV-2, χρησιμοποιεί την πρωτεΐνη ακίδα προκειμένου να προσδεθεί και να εισέλθει στα κύτταρα. Όπως διαπιστώθηκε στην αρχή της πανδημίας, οι ασθενείς που νοσούν από COVID-19 παράγουν υψηλά επίπεδα αντισωμάτων τα οποία στοχεύουν την πρωτεΐνη ακίδα.

Κατά συνέπεια, όλες οι προσπάθειες για την ανάπτυξη εμβολίων και φαρμάκων επικεντρώθηκαν σε αυτή την πρωτεΐνη. Όλα τα εμβόλια που έχουν εγκριθεί σήμερα (Pfizer, Moderna, Johnson& Johnson και AstraZeneca) στοχεύουν την πρωτεΐνη ακίδα. Το ίδιο ισχύει και για τα κοκτέιλ αντισωμάτων που χορηγούνται στους ασθενείς με COVID-19.

Είναι γνωστό ότι οι ιοί μεταλλάσσονται συνεχώς, ωστόσο εδώ και σχεδόν 1 έτος δεν εμφανίστηκαν μεταλλάξεις που να επηρεάζουν την εξουδετέρωση της πρωτεΐνης ακίδας. Ωστόσο, αυτό άλλαξε στις αρχές του χειμώνα όταν άρχισαν να εμφανίζονται νέα στελέχη στη Μεγάλη Βρετανία, στη Νότια Αφρική, στη Βραζιλία ή άλλες χώρες. Όλα τα παραπάνω στελέχη φέρουν πολλαπλές μεταλλάξεις στα γονίδια που κωδικοποιούν την πρωτεΐνη ακίδα, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων και εμβολίων που στοχεύουν την πρωτεΐνη αυτή.

Θέλοντας να εξετάσουν την ικανότητα των νέα στελεχών να αποφεύγουν τα αντισώματα για το αρχικό στέλεχος, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν στο εργαστήριο την αποτελεσματικότητα των παραπάνω αντισωμάτων ενάντια στα νεότερα στελέχη.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες απομόνωσαν τα παραπάνω αντισώματα από το αίμα εθελοντών που έκαναν το εμβόλιο της Pfizer ή είχαν αναρρώσει από COVID-19. Χρησιμοποίησαν επίσης αντισώματα από το αίμα ινδικών χοιριδίων, ποντικών ή πιθήκων που είχαν κάνει ένα εμβόλιο για την COVID-19 το οποίο χορηγείται ρινικά.

Όπως διαπίστωσαν, το στέλεχος της Μεγάλης Βρετανίας (Β.1.1.7) ήταν δυνατό να εξουδετερωθεί από τα αντισώματα για το αρχικό στέλεχος του ιού, ωστόσο για την εξουδετέρωση των άλλων 2 στελεχών (Νότιας Αφρικής και Βραζιλίας) χρειαζόταν 3.5-10 φορές αυξημένη ποσότητα αντισωμάτων.

Στη συνέχεια, εξετάστηκε η αποτελεσματικότητα των μονοκλωνικών αντισωμάτων ενάντια στα νεότερα στελέχη. Όπως διαπιστώθηκε, υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση ως προς την αποτελεσματικότητα με ορισμένα μονοκλωνικά αντισώματα να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά ενώ άλλα να είναι εντελώς αναποτελεσματικά.

Καθώς το κάθε στέλεχος φέρει αρκετές διαφορετικές μεταλλάξεις στο γονίδιο της πρωτεΐνης ακίδας, οι επιστήμονες χρειάστηκε να δημιουργήσουν νέα τεχνητά στελέχη, προκειμένου να εξετάσουν την επίδραση της κάθε μετάλλαξης ξεχωριστά. Η μετάλλαξη που φάνηκε να προσδίδει τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην εξουδετέρωση από τα αντισώματα ήταν η Ε484Κ, η οποία εντοπίζεται στο στέλεχος της Νότιας Αφρικής και το στέλεχος της Βραζιλίας, όχι όμως σε αυτό της Μεγάλης Βρετανίας.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι προς το παρόν είναι πολύ νωρίς για να γνωρίζουμε πως θα επηρεαστεί η πορεία της πανδημίας από τα νέα στελέχη. Αυτό συμβαίνει γιατί τα αντισώματα δεν αποτελούν το μοναδικό δείκτη ανοσίας. Άλλα κύτταρα, όπως για παράδειγμα τα Τ λεμφοκύτταρα, μπορεί να επαρκούν για να διατηρήσουν την ανοσία, παρά τη μείωση στην αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων. Ωστόσο, υποστήριξαν ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να παρακολουθούμε την ικανότητα εξουδετέρωσης των νέων στελεχών από τις διαθέσιμες προσεγγίσεις, έτσι ώστε να μπορούμε να προσαρμόσουμε κατάλληλα τα φάρμακα και τα εμβόλια.