Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο Journal of the American Heart Association (JAHA) υποστηρίζει ότι η πλειοψηφία των νοσηλειών για COVID-19 συνδέεται με τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋπάρχουσες παθήσεις: την παχυσαρκία, την υπέρταση, το διαβήτη και την καρδιακή ανεπάρκεια, με αυτή τη σειρά.

Η έρευνα διεξήχθη από το Tufts University και χρησιμοποίησε ένα μαθηματικό μοντέλο για να εκτιμήσει ποιος είναι ο αριθμός των νοσηλειών που θα είχε προληφθεί αν ο πληθυσμός δεν έπασχε από τα παραπάνω 4 μείζονα καρδιομεταβολικά νοσήματα. Καθένα από αυτά έχει συνδεθεί ισχυρά στο παρελθόν με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19.

«Αν και ο μαζικός εμβολιασμός θα οδηγήσει κάποια στιγμή σε μείωση των νέων μολύνσεων, αυτή τη στιγμή απέχουμε αρκετά από την επίτευξη του παραπάνω στόχου. Μέχρι το σημείο αυτό, η έρευνά μας δείχνει ότι θα πρέπει να γίνουν άμεσα παρεμβάσεις με σκοπό τη βελτίωση της καρδιομεταβολικής υγείας του πληθυσμού. Με τον τρόπο αυτό θα περιορίσουμε άμεσα τις νοσηλείες, τους θανάτους και την επιβάρυνση του συστήματος υγείας από την COVID-19», υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης. «Γνωρίζουμε ότι οι αλλαγές στη διατροφή, ακόμα και χωρίς να οδηγήσουν σε απώλεια βάρους, μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη μεταβολική υγεία μέσα σε 6-8 εβδομάδες. Είναι σημαντικό να προωθήσουμε αλλαγές στον τρόπο ζωής προκειμένου να προστατευτούν οι ασθενείς τόσο από την COVID-19 όσο και από μελλοντικές λοιμώξεις».

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από τις ΗΠΑ και διαπίστωσαν ότι από το σύνολο των 906.849 νοσηλειών που καταγράφηκαν στις ΗΠΑ μέχρι τις 18 Νοεμβρίου:

  • Το 30% (274.322) αποδίδεται στην παχυσαρκία
  • Το 26% (237.738) αποδίδεται στην υπέρταση
  • Το 21% (185.678) αποδίδεται στο διαβήτη
  • Το 12% (106.139) αποδίδεται στην καρδιακή ανεπάρκεια

Σε επιδημιολογικούς όρους, τα παραπάνω ποσοστά αντιπροσωπεύουν το ποσοστό των νοσηλειών για COVID-19 που θα είχε αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν οι παραπάνω 4 νόσοι. Με άλλα λόγια, η έρευνα διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες θα είχαν μεν μολυνθεί με τον ιό, αλλά δεν θα είχαν νοσήσει σοβαρά από αυτόν. Εξετάζοντας συνδυαστικά τα παραπάνω δεδομένα, το μοντέλο έδειξε ότι μέχρι και το 64% (575.419) των νοσηλειών θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Έδειξε επίσης ότι μία μείωση της τάξης του 10% στον πληθυσμό των ασθενών που πάσχουν από τις παραπάνω νόσους μπορεί να οδηγήσει σε 11% μείωση των συνολικών νοσηλειών για COVID-19.

Η επιλογή των παραπάνω νόσων βασίστηκε στα επιστημονικά δεδομένα που έχουν δείξει ότι καθεμία από αυτές αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19. Το ποσοστό του αυξημένου κινδύνου που χρησιμοποιήθηκε για την κάθε νόσο είχε προέλθει από δεδομένα για περισσότερους από 5.000 ασθενείς που διαγνώστηκαν με COVID-19 στην αρχή της πανδημίας. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν επίσης δεδομένα για την κατανομή των νοσηλειών ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τη φυλή.

«Οι γιατροί θα πρέπει να συνιστούν αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως υγιεινή διατροφή και φυσική άσκηση, στους ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Είναι σημαντικό για τους γιατρούς να γνωρίζουν τον αυξημένο κίνδυνο COVID-19 που διατρέχουν οι ασθενείς με τα παραπάνω καρδιομεταβολικά νοσήματα», υποστήριξε η Meghan O’Hearn, επικεφαλής της έρευνας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας, τα ποσοστά του αυξημένου κινδύνου COVID-19 για ορισμένες από τις καρδιομεταβολικές παθήσεις που εξετάστηκαν παρουσίαζαν διαφοροποίηση ανάλογα με διάφορους παράγοντες, όπως η ηλικία. Για παράδειγμα, το 8% των συνολικών νοσηλειών σε ενήλικες κάτω των 50 ετών αποδόθηκε στο διαβήτη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 29% για τους ενήλικες άνω των 65. Αντιθέτως, η παχυσαρκία είχε παρόμοια επίδραση σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Όταν οι 4 παθήσεις εξετάστηκαν συνολικά, διαπιστώθηκε ότι τον υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν οι Αφροαμερικανοί όλων των ηλικιών, με τους Ισπανόφωνους να βρίσκονται στη 2η θέση. Για παράδειγμα, ακόμα και στους νεαρούς ενήλικες 18-49 ετών, οι 4 παθήσεις προκάλεσαν το 39% περίπου των νοσηλειών από COVID-19 στους καυκάσιους, με το αντίστοιχο ποσοστό να είναι 50% στους Αφροαμερικάνους.

Με βάση τις παρατηρήσεις τους, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη βελτίωση της καρδιομεταβολικής υγείας, ιδιαίτερα στους ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες για την COVID-19.