Η COVID-19, η νόσος δηλαδή που προκαλεί ο ιός SARS-CoV-2, είναι συνήθως σοβαρότερη σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα, όπως για παράδειγμα ο διαβήτης, η παχυσαρκία και η υπέρταση.

Η τελευταία, αποτελεί και τη συχνότερη συννοσηρότητα στους ασθενείς με COVID-19. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση από τη νόσο.

Σήμερα, μία νέα έρευνα από το Ιράν, προσπάθησε να εξετάσει τους προγνωστικούς παράγοντες που συνδέονται με την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρής νόσησης στους ασθενείς με COVID-19 και υπέρταση.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Hypertension.

Υπέρταση και COVID-19

Η πανδημία της COVID-19 συνεχίζεται αυτή τη στιγμή παγκοσμίως με τον ιό να έχει μολύνει ήδη περισσότερα από 97 εκατομμύρια άτομα, προκαλώντας σχεδόν 2 εκατομμύρια θανάτους. Η πλειοψηφία των ασθενών που καταλήγουν από τον ιό είναι ηλικιωμένοι ή πάσχουν από συγκεκριμένα χρόνια νοσήματα.

Αν και οι περισσότεροι ασθενείς που μολύνονται με τον SARS-CoV-2 παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα, όπως βήχα, πυρετό ή αίσθημα κόπωσης, ένα μικρό ποσοστό νοσεί σοβαρά. Η σοβαρή COVID-19 χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως δύσπνοια, θωρακικό άλγος και σφίξιμο στο στήθος.

Τα κύρια αίτια θανάτου στους ασθενείς με COVID-19 είναι το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), η καρδιακή ανεπάρκεια και η νεφρική ανεπάρκεια.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με SARS-CoV-2, καθώς και σοβαρής νόσησης από τον ιό. Η υπέρταση αποτελεί τη συχνότερη χρόνια νόσο που παρατηρείται στους ασθενείς που νοσούν σοβαρά με COVID-19.

Ένα σημαντικό ποσοστό θανάτων από COVID-19 εντοπίζεται στους ασθενείς της τρίτης ηλικίας, αρκετοί από τους οποίους έχουν υπέρταση. Σήμερα, είναι άγνωστο ακόμα αν η ρύθμιση της υπέρτασης μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19.

Η Έρευνα

Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 598 ασθενείς με COVID-19. Οι ασθενείς αυτοί χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, ανάλογα με το ιστορικό υπέρτασης και οι επιστήμονες εξέτασαν τα επιδημιολογικά, κλινικά, εργαστηριακά και ακτινολογικά χαρακτηριστικά της κάθε ομάδας.

Από το σύνολο των ασθενών που εξετάστηκαν, το 29.4% είχε υπέρταση, ενώ το 70.6% είχε φυσιολογική αρτηριακή πίεση. Στην ομάδα που είχε υπέρταση, αρκετοί ασθενείς είχαν επίσης διαβήτη, νεφρικά προβλήματα και καρδιαγγειακή νόσο. Το γεγονός αυτό μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί οι περισσότεροι ασθενείς με υπέρταση διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης με COVID-19.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, η υπερβαρία (ΔΜΣ>25), η μεγάλη ηλικία (>60), η παρατεταμένη διάρκεια νοσηλείας, η χρόνια νεφρική νόσος και ο διαβήτης τύπου 2 συνδέθηκαν με μεγαλύτερο αριθμό επιπλοκών της COVID-19 στους υπερτασικούς ασθενείς.

Οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι προς το παρόν δεν γνωρίζουμε γιατί οι ασθενείς με υπέρταση διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19. Μία θεωρία είναι ότι οι κορονοϊοί, μεταξύ των οποίων και ο SARS-CoV-2, προσδένονται στον υποδοχέα του μετατρπετικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE2), ο οποίος βρίσκεται στα επιθηλιακά κύτταρα των πνευμόνων, των νεφρών, του εντέρου ή των αγγείων.

Σε ορισμένους ασθενείς με υπέρταση, η αρτηριακή πίεση ρυθμίζεται με αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEI) και αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης (ARBs). Η ρύθμιση της υπέρτασης με τα παραπάνω φάρμακα ενισχύει τα επίπεδα της ACE2, γεγονός που πιθανώς διευκολύνει τη λοίμωξη με τον SARS-CoV-2.

«Η έρευνά μας αναδεικνύει νέους προγνωστικούς παράγοντες για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους γιατρούς προκειμένου να διαπιστώσουν ποιοι υπερτασικοί ασθενείς διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο», καταλήγουν οι επιστήμονες στην έρευνά τους.