Γιατί αυξάνεται και πάλι ο αριθμός των κρουσμάτων του COVID-19 στην Ευρώπη; Οι περισσότερες χώρες έδωσαν τέλος στα lockdown στις αρχές του καλοκαιριού, ωστόσο η κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών εμφανίστηκε το φθινόπωρο. Σίγουρα, η έναρξη του σχολικού και του πανεπιστημιακού έτους φέρνει κοντά αρκετά άτομα από διαφορετικά σπίτια, ωστόσο υπάρχουν και άλλοι παράγοντες οι οποίοι μπορεί επίσης να έχουν παίξει ρόλο;

Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα περισσότερα περιστατικά γρίπης και κοινού κρυολογήματος εμφανίζονται το χειμώνα, ωστόσο το φαινόμενο αυτό μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι ότι τους χειμερινούς μήνες περνάμε περισσότερο χρόνο σε κλειστούς χώρους, γεγονός που διευκολύνει την μετάδοση των παθογόνων.

Όταν ο καιρός είναι ψυχρός, περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να πάρουν το λεωφορείο ή το μετρό και αποφεύγουν να περπατήσουν. Μία άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι το χειμώνα το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού έχει μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D και επομένως λιγότερο ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα.

Ωστόσο, έρευνες έχουν παρατηρήσει επίσης ότι η ετήσια αύξηση στα περιστατικά γρίπης και κοινού κρυολογήματος συμπίπτει με τη μείωση της θερμοκρασίας και της υγρασίας στους εσωτερικούς χώρους. Ο ιός της γρίπης συγκεκριμένα επιβιώνει και μεταδίδεται ευκολότερα στον ψυχρό και ξηρό αέρα. Κατά συνέπεια, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι πιθανώς το ίδιο ισχύει και με τον SARS-CoV-2, ο οποίος ομοιάζει αρκετά τους ιούς της γρίπης ως προς τη δομή και το μέγεθός του.

Πειράματα με κορονοϊούς και παρόμοιους ιούς στο εργαστήριο έχουν δείξει ότι οι τελευταίου δεν μπορούν να επιβιώσουν εύκολα σε διάφορες επιφάνειες όταν η θερμοκρασία και η υγρασία είναι υψηλές, ωστόσο μπορούν να παραμείνουν σε θερμοκρασία δωματίου για αρκετές ημέρες. Σε θερμοκρασίες ψυγείου με χαμηλή υγρασία, μπορούν μάλιστα να επιβιώσουν για περισσότερο από 1 μήνα.

Τους τελευταίους μήνες έχουν αναφερθεί αρκετές μικρές επιδημίες COVID-19 σε εργοστάσια επεξεργασίας κρέατος, τα οποία συνήθως έχουν χαμηλή θερμοκρασία και υγρασία. Ωστόσο, στα παραπάνω εργοστάσια, δεν είναι επίσης δυνατό να τηρηθούν οι αποστάσεις, ενώ οι εργαζόμενοι συχνά φωνάζουν, καθώς τα μηχανήματα παράγουν αρκετό θόρυβο.

Τα δεδομένα από τους άλλους κορονοϊούς του 21ου αιώνα (τον SARS-CoV και τον MERS-CoV) μάς δίνουν επίσης ορισμένα στοιχεία. Μία έρευνα που εξέτασε τις καιρικές συνθήκες κατά την επιδημία του ιού SARS στην Κίνα το 2003, διαπίστωσε ότι ο υψηλότερος αριθμός λοιμώξεων εμφανίστηκε στις καιρικές συνθήκες της άνοιξης.

Οι περισσότερες επιδημίες του MERS εμφανίστηκαν επίσης την άνοιξη (από το Μάρτιο μέχρι το Μάιο) στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, το γεγονός αυτό πιθανώς αποδίδεται περισσότερο στη βιολογία της καμήλας παρά στον καιρό. Ο ιός MERS-CoV μεταδίδεται είτε από ανθρώπους είτε από καμήλες. Οι καμήλες νεαρής ηλικίας αποτελούν μία από τις κύριες πηγές λοίμωξης και οι περισσότερες από αυτές γεννιούνται το Μάρτιο.

Τι Μάθαμε από το Νότιο Ημισφαίριο

Αρκετά δεδομένα μάς προσφέρει επίσης η κυκλοφορία του ιού στο Νότιο Ημισφαίριο το χειμώνα. Στη Νότια Αφρική καταγράφηκαν περίπου 700.000 περιστατικά με το μεγαλύτερο ποσοστό να παρατηρείται τον Ιούλιο. Άλλες χώρες, όπως η Νέα Ζηλανδία, εφάρμοσαν αυστηρά μέτρα και κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά την κυκλοφορία του ιού.

Οι δύο παραπάνω χώρες διαφέρουν αρκετά ως προς αρκετά χαρακτηριστικά, επομένως δεν είναι εύκολο να γίνει σύγκριση ανάμεσα σε αυτές. Ωστόσο, όπως φαίνεται, ο ψυχρός καιρός τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δεν ήταν ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρέασε τα ποσοστά λοιμώξεων. Η Νέα Ζηλανδία κατάφερε να περιορίσει την εξάπλωση του SARS-CoV-2 λόγω της γεωγραφίας, του ισχυρού συστήματος υγείας και την αποτελεσματικότητα των μέτρων πρόληψης. Τα παραπάνω πιθανώς θα είχαν φέρει το ίδιο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών.

Πρώιμα δεδομένα από την Αυστραλία έδειξαν ότι η χαμηλή υγρασία ήταν σημαντικότερος παράγοντας συγκριτικά με τη θερμοκρασία αναφορικά με τον κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19. Ωστόσο, στη Μελβούρνη, ένα κύμα κακοκαιρίας συνοδεύτηκε από αύξηση των λοιμώξεων. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε εφαρμογή lockdown η άρση του οποίου έγινε τον Οκτώβρη.

Συνολικά, τα παραπάνω δεδομένα δείχνουν ότι ο ψυχρός καιρός επηρεάζει την εξάπλωση του ιού. Ωστόσο, καθώς ο ιός SARS-CoV-2 είναι ακόμα σχετικά νέος, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι πραγματικά συμβαίνει.

Γνωρίζουμε επίσης ότι η στενή επαφή με άλλα άτομα αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης ανεξαρτήτως καιρού. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να αμελούμε την κοινωνική αποστασιοποίηση, ιδιαίτερα με άτομα που δεν μένουν στο ίδιο σπίτι, και να συνεχίσουμε να φοράμε μάσκες σε κλειστούς χώρους.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Φωτογραφία: Anna Shvets