Πάνω από 95 εκατομμύρια ασθενείς παγκοσμίως έχουν ήδη μολυνθεί με τον ιό SARS-CoV-2 και οι περισσότεροι από αυτούς σήμερα έχουν αναρρώσει. Ωστόσο, η ανάρρωση από την COVID-19 δεν σηματοδοτεί και το τέλος της αλληλεπίδρασης του ασθενούς με τον ιό. Τελευταία δεδομένα έχουν δείξει ότι το 32% των ασθενών παρουσιάζουν χρόνια συμπτώματα από την COVID-19, τα οποία περιγράφονται σήμερα με τον όρο “long COVID”.

Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gut υποστηρίζει ότι η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος κατά τη λοίμωξη με COVID-19 μπορεί να επηρεάσει την πιθανότητα εμφάνισης long COVID.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Ο Ρόλος του Εντερικού Μικροβιώματος

Το εντερικό μικροβίωμα παίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας του ανθρώπου. Το έντερό μας φιλοξενεί τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς, στους οποίους περιλαμβάνονται πάνω από 1000 διαφορετικά είδη βακτηρίων.

Ορισμένα βακτήρια του εντέρου βοηθούν στην πέψη της τροφής, ενώ άλλα μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης συγκεκριμένων νόσων.

Αντιθέτως, άλλα βακτήρια ενοχοποιούνται σε κάποιο βαθμό για την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου, αυξάνουν τον κίνδυνο παχυσαρκίας ενώ μπορεί να επηρεάσουν και την ψυχική υγεία.

Συχνά, η ισορροπία των βακτηρίων του εντέρου μπορεί να διαταραχθεί μέσω της λήψης αντιβιοτικών ή της κατανάλωσης επεξεργασμένων τροφίμων. Το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων νόσων.

Η Έρευνα

Σήμερα, γνωρίζουμε ότι κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικό μικροβίωμα, ωστόσο υπάρχουν ορισμένα είδη βακτηρίων που εμφανίζονται σε όλους τους ανθρώπους. Αυτή ήταν και η βάση της παρούσας έρευνας η οποία διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ.

Οι επιστήμονες συνέλεξαν δείγματα αίματος και κοπράνων από 100 ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με COVID-19 κάποια στιγμή στο διάστημα από το Φεβρουάριο μέχρι το Μάιο του 2020. Τα δείγματα αυτά συγκρίθηκαν με δείγματα που είχαν ληφθεί από 78 εθελοντές πριν την έναρξη της πανδημίας.

Όπως έδειξε η έρευνα, οι ασθενείς με COVID-19 είχαν υψηλότερα επίπεδα ορισμένων βακτηρίων, μεταξύ των οποίων τα Ruminococcus gnavus, Ruminococcus torques και Bacteroides dorei. Το Ruminococcus gnavus, για παράδειγμα, είναι ένα βακτήριο που έχει συνδεθεί στο παρελθόν με τη φλεγμονώδη νόσο του εντέρου.

Τα δείγματα των ασθενών με COVID-19 είχαν επίσης μειωμένα επίπεδα ορισμένων βακτηρίων σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Τα βακτήρια αυτά ήταν το Bifidobacterium adolescentis, το Faecalibacterium prausnitzii και το Eubacterium rectale. Τα βακτήρια αυτά, σύμφωνα με τους επιστήμονες, έχουν ανοσορυθμιστική δράση.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν επίσης αυξημένα επίπεδα κυτταροκινών στους ασθενείς με COVID-19. Οι κυτταροκίνες είναι απαραίτητες για την κυτταρική επικοινωνία. Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει φλεγμονώδεις κυτταροκίνες ως απόκριση στις ιογενείς λοιμώξεις.

Στη λοίμωξη με COVID-19, το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να ενεργοποιηθεί υπερβολικά με αποτέλεσμα να εμφανιστεί καταιγίδα κυτταροκινών. Το γεγονός αυτό μπορεί να προκαλέσει διάχυτες βλάβες στους ιστούς, σηπτικό σοκ και ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων.

Η σύνδεση ανάμεσα στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος, τα επίπεδα των κυτταροκινών και τους φλεγμονώδεις δείκτες στους ασθενείς με COVID-19 δείχνει, σύμφωνα με τους επιστήμονες της παρούσας έρευνας, ότι το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19 μέσω των επιδράσεων του στην ανοσιακή απόκριση.

Αντιβιοτικά

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι η χρήση αντιβιοτικών στους ασθενείς με COVID-19 θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς υπάρχει πιθανότητα να επιδεινώσει τη φλεγμονή, ιδιαίτερα σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα, όπως δήλωσαν οι επιστήμονες της μελέτης.

Τόνισαν επίσης ότι η χορήγηση αντιβιοτικών σε ασθενείς με COVID-19 διαταράσσει την ισορροπία του εντερικού μικροβιώματος και δεν προσφέρει κανέναν όφελος στους ασθενείς στην αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Εκτός από τις επιδράσεις τους στη σοβαρότητα της λοίμωξης από COVID-19, οι ερευνητές υποστήριξαν ότι τα βακτήρια του εντέρου μπορεί να επηρεάσουν και την πιθανότητα εμφάνισης long COVID.

«Σήμερα υπάρχουν αναφορές ασθενών που έχουν αναρρώσει από COVID-19 αλλά συνεχίζουν να παρουσιάζουν συμπτώματα όπως αίσθημα κόπωσης, δύσπνοια ή αρθραλγία ακόμα και 80 ημέρες αργότερα. Πιστεύουμε ότι η διαταραχή της ισορροπίας του εντερικού μικροβιώματος έχει επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης των παραπάνω επιπλοκών», έγραψαν στη μελέτη τους.

Τι Σημαίνουν τα Αποτελέσματα της Έρευνας

Γνωρίζοντας ότι η υγεία του εντέρου μπορεί να επηρεάσει τόσο τα συμπτώματα της COVID-19, όσο και τον κίνδυνο εμφάνισης long COVID, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι η μελέτη τους θα βοηθήσει αρκετά στη διαμόρφωση των οδηγιών σχετικά με την πρόληψη των επιπλοκών.

«Η ενίσχυση του πληθυσμού των ωφελίμων βακτηρίων στο έντερο αποτελεί πιθανώς μία νέα προσέγγιση για την πρόληψη της σοβαρής νόσησης, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημαντικότητα της ρύθμισης του εντερικού μικροβιώματος των ασθενών τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά τη λοίμωξη από COVID-19», κατέληξαν.