Όταν ακούμε για τα συμπτώματα του νέου κορονοϊού, η σκέψη μας πάει αμέσως στους πνεύμονες, δηλαδή σε διασωληνωμένους ασθενείς με έντονο βήχα και δύσπνοια. Αυτό συμβαίνει γιατί ένας ασθενής που νοσεί από COVID-19 παρουσιάζει συνήθως πυρετό, επίμονο βήχα, μυαλγίες και αίσθημα κόπωσης.

Ωστόσο, το μόριο που στοχεύει ο ιός στον οργανισμό, δηλαδή το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτενσίνης 2 ή ACE2, βρίσκεται όχι μόνο στους πνεύμονες, αλλά και στον γαστρεντερικό σωλήνα. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί αρκετοί ασθενείς παρουσιάζουν επίσης γαστρεντερικά συμπτώματα όπως διάρροια, ναυτία και έμετο.

Ένα πρόσφατο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Gut, ένα περιοδικό του British Medical Journal, ανέδειξε σημαντικά δεδομένα από την Κίνα τα οποία δείχνουν ότι το 1/4 περίπου των ασθενών που παρουσιάζουν γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως διάρροια, ναυτία ή έμετο, δεν έχουν συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα.

Αντίθετα με προηγούμενες έρευνες, οι οποίες είχαν δείξει ότι λιγότερο από το 4% των ασθενών με COVID-19 παρουσιάζει συμπτώματα από το γαστρεντερικό, η παρούσα μελέτη παρατήρησε ότι το ποσοστό αυτό μπορεί να υπερβαίνει το 11%. Άλλες έρευνες υποστήριξαν ότι η συχνότητα των συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό μπορεί να φτάνει ακόμα και το 60%!

Στις μικρές αυτές έρευνες, οι επιστήμονες συνέδεσαν επίσης την παρουσία συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό με χειρότερη πρόγνωση. Συγκριτικά με τους ασθενείς που δεν είχαν γαστρεντερικά συμπτώματα, οι παραπάνω ασθενείς παρουσίαζαν σοβαρότερη νόσηση, υψηλότερο πυρετό και αυξημένο κίνδυνο βλαβών στο ήπαρ.

Σε μία άλλη έρευνα που εξέτασε ασθενείς με ήπιο COVID-19, οι ερευνητές συνέκριναν την πορεία ασθενών που παρουσίαζαν συμπτώματα από το γαστρεντερικό και το αναπνευστικό με αυτή των ασθενών που παρουσίαζαν μόνο αναπνευστικά συμπτώματα. Όπως διαπίστωσαν, το 23% των ασθενών είχε μόνο γαστρεντερικά συμπτώματα, ενώ το 57% είχε τόσο γαστρεντερικά όσο και αναπνευστικά. Επιπλέον, οι ασθενείς που παρουσίασαν συμπτώματα από το γαστρεντερικό είχαν συνήθως μεγαλύτερη διάρκεια νόσησης.

Ο Ιός στο Έντερο

Το πρώτο περιστατικό του COVID-19 στις ΗΠΑ, είχε ναυτία και έμετο, αλλά και επεισόδια διάρροιας εκτός από τα αναπνευστικά συμπτώματα. Οι γιατροί ανίχνευσαν σωματίδια του ιού σε δείγματα που έλαβαν από τη ρίνα, το φάρυγγα, αλλά και από τα κόπρανα του ασθενούς αυτού.

Η ανάλυση δειγμάτων του γαστρεντερικού σωλήνα από 95 ασθενείς με COVID-19, διαπίστωσε την παρουσία σωματιδίων του ιού στον οισοφάγο, το στόμαχο, το δωδεκαδάκτυλο, αλλά και το ορθό. Ο ιός ανιχνεύθηκε επίσης και στα δείγματα κοπράνων σε ποσοστό περίπου 50%.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι τα γαστρεντερικά συμπτώματα προκαλούνται πιθανώς από τη μόλυνση των κυττάρων που φέρουν ACE2 στο έντερο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την παρουσία του ιού στα κόπρανα, δείχνει ότι ο γαστρεντερικός σωλήνας αποτελεί μία ακόμα πιθανή οδό μόλυνσης.

Όπως φαίνεται, ο SARS-CoV-2 είναι ανιχνεύσιμος στα κόπρανα για αρκετές ημέρες μετά την κάθαρσή του από το αναπνευστικό σύστημα. Επομένως, οι ασθενείς που έχουν αναρρώσει από τον COVID-19 ή είναι ασυμπτωματικοί μπορεί να έχουν σωματίδια του ιού στα κόπρανά τους χωρίς να το γνωρίζουν, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού.

Ο Ρόλος του Μικροβιώματος

Γιατί όμως η παρουσία συμπτωμάτων από το γαστρεντερικό συνδέεται με χειρότερη πρόγνωση από COVID-19; Η επικρατέστερη θεωρία σήμερα υποστηρίζει ότι η σύνθεση του μικροβιώματος (δηλαδή των βακτηρίων και των υπολοίπων μικροοργανισμών που βρίσκονται στο έντερο) παίζει σημαντικό ρόλο στην απόκριση ενός ασθενούς στον COVID-19.

Μία ομάδα ερευνητών ανέπτυξε ένα σκορ κινδύνου με βάση τους βιοδείκτες του αίματος που αυξάνονται ή μειώνονται ανάλογα με τη σύνθεση του μικροβιώματος. Όπως διαπίστωσαν, όσο υψηλότερο είναι το σκορ, τόσο χειρότερη είναι η πρόγνωση του COVID-19. Η σύνδεση αυτή ήταν μάλιστα ισχυρότερη για τους ηλικιωμένους. Όπως φαίνεται, η υγεία του εντερικού μικροβιώματος συνδέεται άμεσα με την ανοσιακή απόκριση του οργανισμού στον COVID-19.

Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να διατηρήσουμε το εντερικό μικροβίωμα υγιές προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τον COVID-19.

Πώς μπορούμε όμως να επιτύχουμε τον παραπάνω στόχο; Η καλύτερη προσέγγιση είναι η κατάλληλη διατροφή. Η αυξημένη κατανάλωση φυτικών και ο περιορισμός των υπερβολικά επεξεργασμένων τροφίμων, συμπληρώνοντας παράλληλα τη διατροφή μας με προβιοτικά τρόφιμα όπως το φυσικό γιαούρτι, μπορεί να ενισχύσει το μικροβίωμα όχι μόνο για τον COVID-19, αλλά και για άλλες παθήσεις.

Καθώς η πανδημία του COVID-19 συνεχίζεται, είναι σημαντικό να μην αμελήσουμε την υγεία του εντέρου μας. Σήμερα, η προσοχή έχει επικεντρωθεί στο αναπνευστικό σύστημα και τις επιδράσεις του ιού σε αυτό. Ωστόσο, αν παρουσιάσετε έμετο και διάρροια που δεν αποδίδονται σε άλλα αίτια, τα συμπτώματα αυτά ενδέχεται να αποδίδονται στον SARS-CoV-2, επομένως θα πρέπει να κάνετε εξετάσεις.

Αν τελικά αποδειχθεί ότι ο γαστεντερικός σωλήνας αποτελεί μία ακόμα οδό μετάδοσης του ιού τόσο για ασυμπτωματικούς όσο και για συμπτωματικού ασθενείς, τότε το πλύσιμο των χεριών θα αναδειχθεί σε ακόμα σημαντικότερο μέτρο πρόληψης.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η διατήρηση ενός υγιούς μικροβιώματος πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για τη διαφύλαξη της γενικότερης υγείας μας.

Βιβλιογραφία: The Conversation