Αν μίας έγκυος μολυνθεί με τον SARS-CoV-2 κατά την κύηση, τότε το έμβρυο θα έχει ανοσία στην COVID-19 όταν γεννηθεί; Πρώιμα δεδομένα δείχνουν ότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι ναι, ωστόσο υπάρχουν ακόμα αρκετά αναπάντητα ερωτήματα.

Σε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Pediatrics, εξετάστηκαν συνολικά 1.470 έγκυες, οι οποίες έδωσαν δείγματα αίματος. Από αυτές, οι 83 είχαν θετικές εξετάσεις αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 κατά τον τοκετό. Τα δείγματα αίματος από τον ομφάλιο λώρο μετά τον τοκετό είχαν αντισώματα για τον ιό, γεγονός που δείχνει ότι η ανοσία πιθανώς μεταφέρθηκε από τη μητέρα στο έμβρυο.

Ο αριθμός των αντισωμάτων που μεταφέρθηκαν στο έμβρυο δεν ήταν παρόμοιος σε όλες της γυναίκες και παρουσίαζε διαφοροποίηση ανάλογα με την ποσότητα των αντισωμάτων στη μητέρα, αλλά και τη χρονική περίοδο που νόσησε από COVID-19.

Συγκεκριμένα, όσο νωρίτερα στην πορεία της κύησης μολύνθηκε η μητέρα, τόσο περισσότερα ήταν τα αντισώματα που μεταφέρθηκαν στον έμβρυο, σύμφωνα με την έρευνα.

Η σύνδεση αυτή διατηρήθηκε ανεξαρτήτως αν η μητέρα παρουσίασε ή όχι συμπτώματα COVID-19 κατά τη διάρκεια της λοίμωξης.

Τα αντισώματα δεν γνωρίζουμε ακόμα αν επαρκούν για να προστατεύσουν το έμβρυο από τον ιό και θα πρέπει να περιμένουμε μελλοντικές μελέτες για να μπορούμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα με βεβαιότητα. Δεν γνωρίζουμε επίσης για ποια διάρκεια παραμένουν στο αίμα.

Ένα άλλο ερώτημα είναι αν τα αντισώματα που μεταφέρονται από τη μητέρα είναι εξουδετερωτικά, δηλαδή αν έχουν την ικανότητα να αποτρέπουν τη μόλυνση κυττάρων.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, τα αποτελέσματα της έρευνας είναι θετικά και δείχνουν ότι η χορήγηση του εμβολίου της COVID-19 στη μητέρα, πιθανώς θα μπορεί να προστατεύσει και το έμβρυο.

Πρώιμα Δεδομένα

Στη έρευνα, εξετάστηκε αποκλειστικά η παρουσία αντισωμάτων που συνδέονται στην πρωτεΐνη ακίδα, η οποία βρίσκεται στην εξωτερική επιφάνεια του SARS-CoV-2. Συγκεκριμένα, τα αντισώματα που εξετάστηκαν είχαν ως στόχο τις δομές της RBD (receptor binding domain), της περιοχής δηλαδή που προσδένεται στους υποδοχείς του κυττάρου. Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα αντισώματα που προσδένονται στην RBD είναι αυτά που έχουν εξουδετερωτική δράση για τον ιό.

Ωστόσο, τα αντισώματα που προσδένονται στην RBD δεν έχουν στο σύνολό τους την ικανότητα να διαπερνούν τον πλακούντα. Αυτό συμβαίνει γιατί ο πλακούντας επιτρέπει μόνο σε συγκεκριμένα αντισώματα να διέλθουν μέσω μίας πρωτεΐνης που τα μεταφέρει δια μέσου του οργάνου αυτού. Συγκεκριμένα, μόνο αντισώματα IgG μπορούν να διέλθουν από τον πλακούντα και να προσφέρουν προστασία στο έμβρυο.

Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι, από το σύνολο των 83 εγκύων που νόσησαν από COVID-19, μόλις στις 72 βρέθηκαν αντισώματα IgG στα έμβρυα. Τα επίπεδα των αντισωμάτων στο έμβρυο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ανάλογα με τα επίπεδα της μητέρας.

Στις υπόλοιπες 11 εγκύους, τα έμβρυα είχαν αρνητικές εξετάσεις αντισωμάτων. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται πιθανώς σε 2 λόγους.

Αρχικά, 6 έγκυες είχαν πολύ χαμηλά επίπεδα IgG αντισωμάτων, γεγονός που δείχνει ότι το ανοσοποιητικό τους σύστημα δεν είχε προλάβει να δημιουργήσει επαρκή επίπεδα πριν τον τοκετό.

Οι υπόλοιπες 5 μητέρες είχαν μόνο IgM αντισώματα, τα οποία γνωρίζουμε ότι δεν μπορούν να διαπεράσουν τον πλακούντα.

Τα IgM αντισώματα εμφανίζονται νωρίς στην πορεία της λοίμωξης και στη συνέχεια φθίνουν ταχέως. Κατά συνέπεια, οι 5 μητέρες που είχαν μόνο IgM ήταν ακόμα στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης. Αν ανιχνευθούν IgM αντισώματα σε ένα έμβρυο, αυτό θα σημαίνει ότι νόσησε με τον ιό. Στην παρούσα μελέτη, όλες οι εξετάσεις IgM αντισωμάτων στον ομφάλιο λώρο ήταν αρνητικές, επομένως κανένα έμβρυο δεν μολύνθηκε με τον ιό κατά τη διάρκεια της κύησης.

Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ότι η μόλυνση του εμβρύου από τη μητέρα είναι αδύνατη, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης.

Τι Σημαίνει αυτό για τα Εμβόλια;

Αν και η έρευνα δείχνει ότι τα IgG αντισώματα μπορούν να διαπεράσουν τον πλακούντα, οι επιστήμονες θα πρέπει να εξετάσουν αν τα αντισώματα αυτά μπορούν να προστατεύσουν από τη λοίμωξη, υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Οι ερευνητές σκοπεύουν να παρακολουθήσουν την πορεία των βρεφών με σκοπό να εξετάσουν αν τα αντισώματα που έλαβαν από τις μητέρες τους μπορούν να τα προστατεύσουν από τη νόσηση σε περίπτωση μίας μελλοντικής έκθεσης στον ιό.

Στο μέλλον θα γίνουν επίσης έρευνες που θα εξετάσουν αν ο εμβολιασμός της εγκύου για την COVID-19 οδηγεί σε υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων σε σχέση με τη φυσική λοίμωξη, τόσο στη μητέρα όσο και στο έμβρυο.

Σύμφωνα με τις παρούσες οδηγίες του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (WHO), μόνο οι έγκυες που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να κάνουν το εμβόλιο, μόνο μετά την έγκριση του γιατρού τους.

Στα υπόλοιπα εμβόλια που χορηγούνται κατά την κύηση, όπως για παράδειγμα αυτό του κοκκύτη και του τετάνου, τα επίπεδα των αντισωμάτων στο βρέφος μειώνονται ταχέως κατά τους 2 πρώτους μήνες ζωής και ακολούθως συνεχίζουν να μειώνονται με χαμηλότερο ρυθμό.

Αντίστοιχα, τα αντισώματα από το εμβόλιο της COVID-19 που θα ανιχνευθούν στον ομφάλιο λώρο θα αποτελούν την υψηλότερη τιμή η οποία θα αρχίσει να μειώνεται μετά τον τοκετό. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί ο αριθμός των αντισωμάτων που φτάνει στο έμβρυο, ο εμβολιασμός θα πρέπει πιθανώς να γίνεται στο 2ο τρίμηνο, δηλαδή μετά την 17η εβδομάδα της κύησης, οπότε και ο πλακούντας είναι αρκετά μεγάλος και μπορεί να μεταφέρει ικανοποιητική ποσότητα αντισωμάτων στο έμβρυο.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης, η προτεραιότητα αυτή τη στιγμή είναι να προστατευτεί η έγκυος. Η εγκυμοσύνη έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης και θανάτου από COVID-19, ενώ τα περισσότερα βρέφη που μολύνονται με τον ιό παρουσιάζουν ήπια ή καθόλου συμπτώματα, σύμφωνα με δεδομένα του CDC των ΗΠΑ.

Όπως συμβαίνει και με τη γρίπη, οι έγκυες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών, όπως η πνευμονία και η αναπνευστική ανεπάρκεια, εφόσον μολυνθούν με τον ιό στο 3ο τρίμηνο.

Κατά συνέπεια, το ιδανικό διάστημα για τη χορήγηση του εμβολίου είναι μάλλον το 2ο τρίμηνο. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η φλεγμονή και ο πυρετός που μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εμβρύου στο 1ο τρίμηνο, ενώ το ανοσοποιητικό σύστημα έχει αρκετό χρόνο για να αναπτύξει ανοσία πριν το 3ο τρίμηνο. Φυσικά, η θεωρία αυτή θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές μελέτες.