Τις τελευταίες ημέρες έχει συζητηθεί αρκετά αν υπάρχει κάποια σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη D και τον COVID-19.

Δεδομένα από έρευνες παρατήρησης σε διάφορες χώρες παρατήρησαν αντίστροφη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της βιταμίνης και τη σοβαρότητα της νόσησης, αλλά και τη θνησιμότητα του COVID-19, γεγονός που έκανε αρκετούς να αναρωτηθούν αν η βιταμίνη D μπορεί να επηρεάσει την ανοσιακή απόκριση του οργανισμού στη λοίμωξη.

Άλλες έρευνες, ωστόσο, αμφισβήτησαν τόσο την παραπάνω σύνδεση όσο και τη θεωρία ότι τα επίπεδα της βιταμίνης D μπορεί να σχετίζονται με διαφορετικές επιδράσεις για τον COVID-19 στις διάφορες φυλές.

Αν και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουμε εξετάσεις για τα επίπεδα της βιταμίνης D στην περίοδο της πανδημίας, ιδιαίτερα αν εργαζόμαστε στον τομέα της υγείας, οι περισσότεροι γιατροί υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και πρέπει να παίρνουμε συμπληρώματα της βιταμίνης μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι τα επίπεδά της είναι χαμηλά.

Καθώς περάσαμε αρκετό χρόνο στο σπίτι κατά τη διάρκεια των μέτρων, η έκθεσή μας στον ήλιο ήταν μειωμένη, γεγονός που πιθανώς έχει επηρεάσει τα επίπεδα της βιταμίνης D.

Ο Clifford Rosen, MD, επικεφαλής έρευνας στο Research Institute του Maine Medical Center ασχολείται με τη βιταμίνη D για περισσότερο από 25 χρόνια.

«Προς το παρόν δεν έχει γίνει τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη και τα δεδομένα των ερευνών παρατήρησης δεν είναι σαφή, επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει», δήλωσε.

Είναι σημαντικό να έχουμε επαρκή επίπεδα βιταμίνης D, ιδιαίτερα αν ανήκουμε σε ευπαθείς ομάδες για τον COVID-19, ανεξαρτήτως αν λαμβάνουμε τη βιταμίνη από τη διατροφή ή από συμπληρώματα, υποστήριξε ο επιστήμονας. Ωστόσο, τα δεδομένα σχετικά με το ρόλο της βιταμίνης στην πρόληψη ή αντιμετώπιση του COVID-19 είναι ανεπαρκή σήμερα.

Η Rose Anne Kenny, MD, καθηγήτρια γηριατρικής στο Trinity College του Δουβλίνου, συμμετείχε προσφάτως σε μία έρευνα που παρατήρησε αντίστροφη σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της βιταμίνης D και τη θνησιμότητα από COVID-19 σε διάφορες χώρες της Ευρώπης.

«Προφανώς κανείς από εμάς (σ.σ. τους επιστήμονες της έρευνας) δεν θεωρεί δεδομένο ότι υπάρχει σύνδεση, ωστόσο για την πιθανότητα που υπάρχει σύνδεση μπορούμε από τώρα να κάνουμε κάτι για να βελτιώσουμε τα επίπεδα της βιταμίνης D», δήλωσε.

Η Kenny ζήτησε μάλιστα από το Υπουργείο Υγείας της Ιρλανδίας να αλλάξει τις οδηγίες για τη βιταμίνη D και να ζητήσει από όλους να παίρνουν συμπληρώματα κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Προς το παρόν, ωστόσο, οι οδηγίες δεν έχουν αλλάξει.

Ο Harpreet S. Bajaj, MD, MPH, ένας ενδοκρινολόγος από το Mount Sinai Hospital στον Καναδά δήλωσε ότι «η βιταμίνη D μπορεί να έχει 3 πιθανούς ρόλους στον COVID-19: να μην έχει κανένα ρόλο, να αποτελεί απλώς δείκτη ή να αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα».

Οι 3 παραπάνω επιστήμονες συμφωνούν, πάντως, ότι πρέπει να γίνουν οπωσδήποτε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες προκειμένου να διαπιστώσουμε αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη D και τον COVID-19.

«Μέχρι τότε θα πρέπει να συνεχίσουμε να ακολουθούμε τις οδηγίες για τη βιταμίνη D, εφαρμόζοντας παράλληλα όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης για τον COVID-19».

Τα Τρόφιμα με Πρόσθετη Βιταμίνη D

Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο Irish Medical Journal, η Kenny και οι συνεργάτες της τόνισαν ότι, παρά το γεγονός ότι στις χώρες αυτές υπάρχει αρκετή ηλιοφάνεια, η Ισπανία και η Βόρεια Ιταλία έχουν αρκετά υψηλά ποσοστά ανεπάρκειας βιταμίνης D. Επιπλέον, στις περιοχές αυτές, εμφανίστηκαν τα περισσότερα κρούσματα του COVID-19 στην Ευρώπη.

Ένα σημαντικό στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί είναι ότι οι χώρες αυτές δεν έχουν τρόφιμα με πρόσθετη βιταμίνη D, ούτε σαφείς οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση συμπληρωμάτων της συγκεκριμένης βιταμίνης.

Αντιθέτως, οι κάτοικοι της Νορβηγίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D, παρά το γεγονός ότι η έκθεσή τους στην υπεριώδη ακτινοβολία είναι μειωμένη. Αυτό συμβαίνει γιατί στις χώρες αυτές αρκετά τρόφιμα έχουν εμπλουτιστεί με βιταμίνη D, ενώ και η χρήση των συμπληρωμάτων είναι αρκετά συχνή. Στις χώρες αυτές παρατηρήθηκαν επίσης σχετικά χαμηλά λοιμώξεων και θνησιμότητας από COVID-19.

Συνολικά, η σύνδεση ανάμεσα στα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D και τη θνησιμότητα από COVID-19 ήταν στατιστικώς σημαντική (P=0.46), όπως ανέφεραν οι επιστήμονες.

«Είναι σημαντικό να προσπαθήσουμε να φτάσουμε τα όρια της βιταμίνης D που συνιστούν οι διεθνείς οργανισμοί υγείας. Αυτό πιθανώς προσφέρει οφέλη για τον COVID-19», υποστήριξαν.

«Αν και η έρευνά μας είχε ορισμένους περιορισμούς, πιστεύουμε ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την εκτίμηση των δεδομένων για τη βιταμίνη D και τον COVID-19», είπε η Kenny.

Η Kenny τόνισε επίσης ότι τα περιστατικά και η θνησιμότητα του COVID-19 ήταν σχετικά χαμηλά στο Νότιο Ημισφαίριο, αν και αναγνώρισε ότι ο ιός καθυστέρησε να φτάσει σε αυτές τις χώρες.

Ο Rosen έχει αρκετές αμφιβολίες ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη βιταμίνη D και τον COVID-19.

«Σίγουρα, τα συμπληρώματα βιταμίνης D πιθανώς βοήθησαν στις Σκανδιναβικές χώρες, όπου έγινε καλύτερος περιορισμός των περιστατικών του COVID-19. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στα δύο και θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερες έρευνες, καθώς υπήρχαν και άλλοι παράγοντες που έπαιξαν ρόλο», τόνισε.

Μπορεί η Βιταμίνη D να Επηρεάσει το Ανοσοποιητικό Σύστημα;

Μία θεωρία που κυκλοφορεί αρκετά τις τελευταίες ημέρες είναι ότι η βιταμίνη D πιθανώς δεν επιτρέπει να εμφανιστεί η υπερβολική ανοσιακή απόκριση που συνδέεται με αρκετά σοβαρά περιστατικά της νόσου.

Στην προδημοσίευση μίας έρευνας από το Northwestern University του Σικάγο, ο Ali Daneshkhah και οι συνεργάτες του, εξέτασαν δεδομένα νοσοκομείων από την Κίνα, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Ιράν, τη Νότια Κορέα, την Ισπανία, την Ελβετία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ.

Ειδικότερα, ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης από COVID-19 για τους ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D ήταν 17.3%, ενώ για τους ασθενείς με φυσιολογικά επίπεδα της βιταμίνης ήταν 14.6%.

«Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται πιθανώς στην ικανότητα της βιταμίνης D να καταστέλλει το σύστημα της επίκτητης ανοσίας, ρυθμίζοντας τα επίπεδα των κυτταροκινών και περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρού COVID-19», είπαν οι ερευνητές.

Η JoAnn E. Manson, MD, επικεφαλής του τμήματος προληπτικής ιατρικής στο Brigham and Women’s Hospital στη Βοστόνη ανέφερε ακόμη μία έρευνα παρατήρησης από 3 νοσοκομεία στη Νότια Ασία. Οι επιστήμονες της έρευνας αυτής διαπίστωσαν ότι τα ποσοστά ανεπάρκειας βιταμίνης D ήταν πολύ υψηλότερα σε αυτούς που παρουσίαζαν σοβαρή νόσηση από τον COVID-19, σε σχέση με αυτούς που παρουσίαζαν ήπια νόσηση.

«Γνωρίζουμε επίσης ότι η βιταμίνη D έχει ανοσορυθμιστική δράση και μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονή. Το γεγονός αυτό επηρεάζει σίγουρα την απόκριση από το αναπνευστικό στον COVID-19, αλλά και την καταιγίδα κυτταροκινών που παρατηρείται», εξήγησε η ίδια.

Ο Rosen υποστήριξε ότι θα πρέπει να διερευνηθεί ο ρόλος της βιταμίνης D στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος.

«Εξ’ αρχής είχα αμφισβητήσει την παραπάνω σύνδεση, ωστόσο τελικά συνειδητοποιώ ότι πράγματι μπορεί να υπάρχει σύνδεση», δήλωσε.

«Είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν την καταιγίδα κυτταροκινών, ωστόσο σε αυτούς που εμφανίζεται δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι οι αιτιολογικοί παράγοντες. Πιθανώς τα επίπεδα της βιταμίνης D παίζουν κάποιο ρόλο στην απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος», είπε ο Rosen. «Η βιταμίνη D πιθανώς επηρεάζει πρωτεΐνες με σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της λειτουργίας των μακροφάγων και την ανοσιακής απόκρισης»., κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Anna Shvets