Η ανοσιακή απόκριση στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19 είναι ισχυρότερη σε σχέση με αυτή των ασθενών που νοσούν ηπιότερα, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θεωρία ότι η παθολογική δράση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι αυτή που ενοχοποιείται στα περισσότερα περιστατικά σοβαρής νόσησης.

Τα Τ-λεμφοκύτταρα είναι μία ομάδα ανοσιακών κυττάρων που αναγνωρίζουν τα παθογόνα, καταστρέφουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί και προσελκύουν άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό την αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη νέα έρευνα, η απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων σε ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19 είναι ισχυρότερη σε σχέση με αυτή που παρατηρείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν ηπιότερη νόσηση.

Η παρατήρηση αυτή ενισχύει τη θεωρία ότι η σοβαρή νόσηση από COVID-19 δεν αποδίδεται σε ανεπαρκή απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος, αλλά στο ακριβώς αντίθετο. Η υπερβολική ανοσιακή απόκριση, δηλαδή, είναι αυτή που συνήθως προκαλεί σοβαρή νόσηση και θάνατο.

Η επιστημονική ομάδα από τα Marien Hospital Herne και Ruhr-Universität Bochum Herne της Γερμανίας συνέκρινε την απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων σε 28 ασθενείς με COVID-19 τόσο κατά την οξεία φάση της νόσου, όσο και μετά την ανάρρωση των ασθενών.

Από τις παραπάνω λοιμώξεις, οι 7 θεωρήθηκαν μέτριες, οι 9 σοβαρές και οι 12 απειλητικές για τη ζωή.

Οι επιστήμονες υπολόγισαν τη συγκέντρωση δύο διαφορετικών ειδών Τ-λεμφοκυττάρων στο αίμα των ασθενών και συγκεκριμένα τα βοηθητικά Τ-λεμφοκύτταρα και τα κυτταροτοξικά Τ-λεμφοκύτταρα.

Ανέλυσαν επίσης την ισχύ της απόκρισης των παραπάνω κυττάρων σε 3 διαφορετικά τμήματα του ιού και συγκεκριμένα τις 3 πρωτεΐνες της ακίδας, τη μεμβράνη και το νουκλεοκαψίδιο που περιβάλλει τον πυρήνα.

Υπολόγισαν επίσης τα επίπεδα των κυτταροκινών, δηλαδή μίας ομάδας σηματοδοτικών μορίων που παράγονται από τα Τ-λεμφοκύτταρα με σκοπό την αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Όπως διαπίστωσαν, οι ασθενείς που παρουσίαζαν απειλητική για τη ζωή λοίμωξη είχαν αντίστοιχη ή ακόμα και ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση συγκριτικά με τους υπόλοιπους ασθενείς.

Δεν υπήρχε επίσης σύνδεση ανάμεσα στην επιτυχή αντιμετώπιση του ιού και τις μεταβολές στην απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων.

«Ο συνολικός αριθμός των ειδικών ανοσιακών κυττάρων, καθώς και η λειτουργικότητά τους, δεν ήταν υψηλότερος σε ασθενείς που επιβίωσαν από COVID-19 συγκριτικά με τους ασθενείς που κατέληξαν από τον ιό», υποστήριξε ο Dr Ulrik Stervbo, ένας από τους επιστήμονες που έλαβαν μέρος στην έρευνα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Cell Reports Medicine.

Οξεία Αναπνευστική Δυσχέρεια

Τα Τ-λεμφοκύτταρα ταξιδεύουν στο σημείο της λοίμωξης, όπου καταστρέφουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί, προσελκύοντας παράλληλα άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος με σκοπό την αντιμετώπιση του ιού.

Ωστόσο, τα ίδια κύτταρα μπορεί να προκαλέσουν επίσης την «καταιγίδα κυτταροκινών», η οποία ενοχοποιείται για μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή επιπλοκή που λέγεται σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS).

«Αν και σίγουρα θα πρέπει να γίνουν και άλλες έρευνες προκειμένου να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς του COVID-19, τα δεδομένα μας δείχνουν ότι η υπερβολική απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων μπροεί να προκαλέσει ανοσιακές βλάβες οι οποίες οδηγούν στην πνευμονική ανεπάρκεια που σχετίζεται με τον COVID-19», δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας, καθηγήτρια Nina Babel.

Η νέα έρευνα προστίθεται στα ήδη υπάρχοντα δεδομένα που δείχνουν ότι η υπερβολική ανοσιακή απόκριση είναι αυτή που ευθύνεται για τους περισσότερους θανάτους από COVID-19.

Μία μεγάλη έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο, διαπίστωσε ότι η δεξαμεθαζόνη, ένα κορτικοστεροειδές που καταστέλλει την ανοσιακή απόκριση του οργανισμού, έσωσε τη ζωή σχεδόν του 1/3 των διασωληνωμένων ασθενών σε ένα διάστημα 28 ημερών.

Μία πιο πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι ένα άλλο ανοσοκατασταλτικό φάρμακο, το οποίο αναστέλλει την ιντερλευκίνη-6, μπορεί να προστατεύσει από τη σοβαρή λοίμωξη COVID-19.

Ένας από τους περιορισμούς της παρούσας μελέτης είναι ότι οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν πότε μολύνθηκαν οι ασθενείς τους με τον ιό. Κατά συνέπεια, η ισχυρότερη απόκριση των Τ-λεμφοκυττάρων που παρατηρήθηκε στους ασθενείς με σοβαρή νόσηση ενδέχεται να αποδίδεται σε παρατεταμένη λοίμωξη.