Τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα συνδέονται με χειρότερη πρόγνωση από COVID-19, ακόμα και σε μη διαβητικούς ασθενείς, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Annals of Medicine.

Η έρευνα, η οποία εξέτασε περισσότερους από 11.000 ασθενείς στην Ισπανία, είναι η μεγαλύτερη του είδους της. Τα αποτελέσματα της έρευνας ενισχύουν τη θεωρία που υποστηρίζει ότι η υπεργλυκαιμία συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας από COVID-19, ανεξαρτήτως διάγνωσης διαβήτη.

Συγκεκριμένα, όπως παρατήρησε η έρευνα, οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είχαν 2πλάσιο κίνδυνο να καταλήξουν από τον ιό συγκριτικά με αυτούς που είχαν φυσιολογικά επίπεδα (41.4% έναντι 15.7%), καθώς και αυξημένο κίνδυνο διασωλήνωσης και εισαγωγής στη ΜΕΘ.

Με βάση τις παρατηρήσεις τους, οι επιστήμονες της έρευνες συνιστούν ότι πλέον πρέπει να γίνεται έλεγχος στα επίπεδα της γλυκόζης σε κάθε ασθενή που νοσηλεύεται για COVID-19, ανεξαρτήτως αν είναι διαβητικός ή όχι. Όπως υποστήριξαν, η εξέταση του παραπάνω παράγοντα κινδύνου μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να ξεχωρίσουν τους ασθενείς που θα χρειαστούν πιθανώς νοσηλεία στη ΜΕΘ ή διασωλήνωση.

«Ο προληπτικός έλεγχος των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα πρέπει να γίνεται σε κάθε ασθενή που νοσηλεύεται για COVID-19. Με τον τρόπο αυτό θα μπορεί να ξεκινήσει γρηγορότερα η χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας σε αυτούς τους ασθενείς», υποστήριξε ο επικεφαλής της έρευνας Dr Javier Carrasco από το Juan Ramon Jimenez Hospital της Ισπανίας.

«Η υπεργλυκαιμία κατά την εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι ένας σημαντικός προγνωστικός δείκτης, ανεξαρτήτως αν ο ασθενής έχει διαβήτη ή όχι», πρόσθεσε.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι η υπεργλυκαιμία αποτελεί συχνό εύρημα στους διαβητικούς, ωστόσο μπορεί να προκληθεί και από άλλες νόσους ή από τραυματισμούς. Προηγούμενες έρευνες είχαν διαπιστώσει ότι η υπεργλυκαιμία μπορεί να επηρεάσει την πορεία διαφόρων νόσων και, όπως φαίνεται, η COVID-19 είναι μία από αυτές.

Ο στόχος της παρούσας έρευνας ήταν να εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στην υπεργλυκαιμία και τη διάρκεια νοσηλείας, τον κίνδυνο διασωλήνωσης και εισαγωγής στη ΜΕΘ, ανεξαρτήτως της διάγνωσης διαβήτη.

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν δεδομένα από μία βάση δεδομένων της Ισπανίας, στην οποία συμμετέχουν περισσότερα από 100 νοσοκομεία της χώρας. Συνολικά, εξετάστηκαν δεδομένα για 11.312 ασθενείς ηλικίας άνω των 18 που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 από τις αρχές Μαρτίου μέχρι τα μέσα Μαΐου.

Οι ασθενείς αυτοί χωρίστηκαν σε 3 ομάδες ανάλογα με τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως φυσιολογικά (<140 mg/dl), αυξημένα (140-180 mg/dl) ή υψηλά (>180 mg/dl). Το 19% των ασθενών ήταν διαβητικοί.

Όπως διαπιστώθηκε κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων, τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα κατά την εισαγωγή των ασθενών μπορούσαν να συνδεθούν ανεξάρτητα με τον κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ, διασωλήνωσης ή θανάτου, ανεξαρτήτως διάγνωσης διαβήτη.

1 στους 5 ασθενείς κατέληξε στο νοσοκομείο και τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας παρατηρήθηκαν στους ασθενείς με τα υψηλότερα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στα ποσοστά θνησιμότητας ανάμεσα στους διαβητικούς και τους ασθενείς χωρίς την παραπάνω νόσο.

Ένας από τους περιορισμούς της έρευνας ήταν ότι αρκετοί ασθενείς δεν παρακολουθούσαν τα επίπεδα της γλυκόζης πριν την εισαγωγή στο νοσοκομείο, επομένως ενδέχεται να είχαν αδιάγνωστο διαβήτη.

Προς το παρόν η σύνδεση ανάμεσα στα επίπεδα της γλυκόζης αίματος και την πρόγνωση του COVID-19 δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως, επομένως θα πρέπει να περιμένουμε μελλοντικές έρευνες για να διαπιστώσουμε τους μηχανισμούς της παραπάνω σύνδεσης.