Σε ορισμένους ασθενείς με ήπια ή μέτρια συμπτώματα από τον COVID-19, η νόσος μπορεί να παρουσιάσει προσωρινή βελτίωση των συμπτωμάτων η οποία ακολουθείται από σημαντική επιδείνωση.

Οι ασθενείς αυτοί παρουσιάζουν συχνά σοβαρή δύσπνοια ή σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS).

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα σήμερα, ακόμα κι αν η λοίμωξη έχει υποχωρήσει, ο ιός μπορεί να προκαλέσει μία ισχυρή ανοσιακή απόκριση με αποτέλεσμα να εμφανιστεί εκτεταμένη φλεγμονή στους πνεύμονες ή άλλα όργανα.

Η φλεγμονώδης απόκριση ξεκινά όταν οι υποδοχείς των μακροφάγων αναγνωρίζουν το γενετικό υλικό ιών όπως ο SARS-CoV-2. Ακολούθως, ξεκινούν να απελευθερώνουν μεγάλες ποσότητες ανοσιακών σηματοδοτικών μορίων που λέγονται κυτταροκίνες.

Αυτή η «καταιγίδα κυτταροκινών» ενοχοποιείται για την εκτεταμένη φλεγμονή που προκαλεί βλάβες στους πνεύμονες και τα άλλα όργανα των ασθενών. Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει θεραπεία που μπορεί να προλάβει ή να αντιμετωπίσει τις παραπάνω βλάβες.

Το ένζυμο που ενοχοποιείται για την εκκίνηση της καταιγίδας κυτταροκινών στα μακροφάγα είναι το BTK (Bruton tyrosine kinase).

Σήμερα υπάρχει ένα φάρμακο που αναστέλλει τη δράση του BTK. Το φάρμακο αυτό είναι η ακαλαμπρουτινίμπη και χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση ορισμένων καρκίνων του αίματος.

Περιορισμός της Φλεγμονής

Μία ομάδα ερευνητών από το National Cancer Institute των ΗΠΑ θέλησε να εξετάσει αν το παραπάνω φάρμακο μπορεί να περιορίσει τη φλεγμονή στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Με σκοπό να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην επίτευξη του παραπάνω στόχου, συνεργάστηκαν με επιστήμονες από το National Institute of Allergy and Infectious Diseases, το Walter Reed National Military Medical Center και 4 άλλα νοσοκομεία της χώρας.

Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Science Immunology.

Οι επιστήμονες χορήγησαν το φάρμακο σε 19 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19. Στην αρχή της έρευνας, οι 11 εθελοντές λάμβαναν οξυγόνο με μάσκα, ενώ οι υπόλοιποι 8 είχαν διασωληνωθεί.

Στο τέλος της διάρκειας παρακολούθησης (10-14 ημέρες) οι 8 από τους 11 ασθενείς που λάμβαναν οξυγόνο με μάσκα, δεν χρειάζονται πλέον εξωτερική χορήγηση οξυγόνου και πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο.

Από τους 8 διασωληνωμένους ασθενείς, οι 4 είχαν βγει από τη διασωλήνωση, οι 2 πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο, ενώ οι άλλοι 2 κατέληξαν.

Το φάρμακο δεν προκάλεσε σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε κανένα ασθενή.

Οι ερευνητές παρακολούθησαν επίσης τα επίπεδα δύο δεικτών φλεγμονής στο αίμα, της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) και της ιντερλευκίνης 6 (IL-6), μίας κυτταροκίνης.

Από τους 11 ασθενείς που χρειάστηκαν συμπληρωματική χορήγηση οξυγόνου με μάσκες, στους 10 τα επίπεδα της CRP επανήλθαν εντός φυσιολογικών ορίων, ενώ στον τελευταίο παρουσίασαν σημαντική μείωση. Αντίστοιχα για την IL-6, από τους 5 ασθενείς για τους οποίους υπήρχαν μετρήσεις, στους 3 τα επίπεδα επέστρεψαν στο φυσιολογικό ενώ στους άλλους 2 μειώθηκαν σημαντικά.

Η εικόνα για τους διασωληνωμένους ασθενείς δεν ήταν εξίσου σαφής. Γενικά παρατηρήθηκαν μικρότερες μειώσεις στα επίπεδα των παραπάνω δεικτών, ενώ σε κάποιους διαπιστώθηκαν αυξομειώσεις.

Ταχεία Βελτίωση

«Τα επίπεδα του οξυγόνου και η κλινική κατάσταση των περισσοτέρων ασθενών που έπαιρναν οξυγόνο με μάσκες, βελτιώθηκαν ταχέως μετά τη χορήγηση της ακαλαμπρουτινίμπης, ενώ και οι δείκτες φλεγμονής επέστρεψαν σε φυσιολογικές τιμές», είπαν οι επιστήμονες.

«Στους διασωληνωμένους ασθενείς δεν παρατηρήθηκε τόσο εμφανής βελτίωση, ωστόσο σε 3 από αυτούς τα επίπεδα του οξυγόνου βελτιώθηκαν και κατάφεραν να βγουν από τη ΜΕΘ».

Μία άλλη παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι τα επίπεδα των λεμφοκυττάρων αυξήθηκαν στους περισσοτέρους ασθενείς. Στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση από COVID-19, τα χαμηλά επίπεδα των λεμφοκυττάρων συνδέονται συνήθως με χειρότερη πρόγνωση.

«Αν και ιδανικά η έναρξη της αντιφλεγμονώδους θεραπείας πρέπει να γίνεται πριν ο ασθενής διασωληνωθεί, τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η αναστολή της BTK έχει πιθανώς χρησιμότητα για μία ομάδα ασθενών με COVID-19», είπε ο Mark Roschewski, ένας επιστήμονας που έλαβε μέρος στην έρευνα.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι η δραστηριότητα του ενζύμου BTK ήταν υψηλότερη στα κύτταρα του αίματος των εθελοντών με COVID-19 στην αρχή της έρευνας, συγκριτικά με αυτά υγιών εθελοντών. Το ίδιο ισχύει και με τα επίπεδα της IL-6, τα οποία ήταν υψηλότερα στους ασθενείς.

Η επιστημονική ομάδα παρατήρησε επίσης ότι οι παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19, όπως η παχυσαρκία, η υπέρταση, η αθηροσκλήρωση και ο διαβήτης τύπου 2, σχετίζονται επίσης με εκτεταμένη φλεγμονή.

Σύμφωνα με τους ίδιους, η προϋπάρχουσα φλεγμονή είναι αυτή που καθιστά τους ασθενείς ευπαθείς στη σοβαρή λοίμωξη από COVID-19.

Αντιμετωπίζοντας το Πρόβλημα στην Πηγή του

Άλλες μέθοδοι περιορισμού της ανοσιακής απόκρισης έχουν επίσης προταθεί ως θεραπείες για τον COVID-19. Ένα παράδειγμα είναι τα αντισώματα που στοχεύουν την IL-6.

Οι επιστήμονες τόνισαν, ωστόσο, ότι η προσέγγισή τους είναι πιο αποτελεσματική καθώς αντιμετωπίζει τη φλεγμονή στην πηγή της, δηλαδή στα μακροφάγα.

Οι ασθενείς με σοβαρό COVID-19 έχουν αυξημένα επίπεδα αρκετών κυτταροκινών, επομένως η στόχευση μόνο μίας από αυτές περιορίζει μόνο εν μέρει τη φλεγμονή.

Η παρούσα μελέτη ήταν σχετικά μικρή και δεν είχε ομάδα ελέγχου. Ωστόσο, τον Απρίλιο, πριν τη δημοσίευση της έρευνας, είχε ξεκινήσει μία μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη (η CALAVI), η οποία θα εξετάσει τις επιδράσεις του φαρμάκου με μεγαλύτερη λεπτομέρεια.