Ένας στους τρεις ασθενείς που αναρρώνει από COVID-19, παρουσιάζει κάποια νευρολογική ή ψυχιατρική νόσο μέσα στους επόμενους 6 μήνες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα μελέτης που εξέτασε τα ψυχιατρικά συμπτώματα ασθενών με long COVID.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Lancet Psychiatry και έδειξε ότι οι ασθενείς με COVID-19 έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν διαταραχές του εγκεφάλου σε σχέση με αυτούς που πάσχουν από άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού.

Εξετάζοντας δεδομένα από σχεδόν 230.000 εθελοντές που ανάρρωσαν από COVID-19, διαπίστωσαν ότι το 34% διαγνώστηκε με κάποια νευρολογική ή ψυχιατρική νόσο μέσα στους επόμενους 6 μήνες από την ανάρρωση.

Οι συχνότερες παθήσεις ήταν οι αγχώδεις διαταραχές (17% των ασθενών) και οι διαταραχές της διάθεσης (14%).

Στο 13% των αυτών, αυτή ήταν η πρώτη φορά που διαγιγνώσκονται με μία σοβαρή ψυχική νόσο.

Η συχνότητα των νευρολογικών διαταραχών, όπως η εγκεφαλική αιμορραγία (0.6%), το εγκεφαλικό επεισόδιο (2.1%) και η άνοια (0.7%) ήταν χαμηλότερη σε σχέση με σχέση με αυτή των ψυχιατρικών διαταραχών. Οι νευρολογικές παθήσεις εμφανίστηκαν, ωστόσο, με αυξημένη συχνότητα στους ασθενείς με σοβαρή COVID-19.

Στα πλαίσια της μελέτης εξετάστηκαν επίσης δεδομένα για 100.000 ασθενείς με γρίπη και 236.000 ασθενείς με άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού.

Όπως διαπιστώθηκε, οι ασθενείς με COVID-19 είχαν 44% αυξημένο κίνδυνο νευρολογικών και ψυχιατρικών νόσων σε σχέση με τους ασθενείς με γρίπη, καθώς και 16% αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τους ασθενείς που έπασχαν από άλλες λοιμώξεις του αναπνευστικού.

Ο Paul Harrison, επικεφαλής της έρευνας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υποστήριξε ότι αν και ο κίνδυνος εμφάνισης νευρολογικών και ψυχιατρικών νόσων είναι γενικά χαμηλός, ο αριθμός των ασθενών θα είναι σημαντικός στο γενικό πληθυσμό, αν αναλογιστούμε το ποσοστό του πληθυσμού που θα νοσήσει από τον ιό.

Καθώς αρκετά από τα παραπάνω νοσήματα είναι χρόνια, τα συστήματα υγείας θα πρέπει να ενισχυθούν για να μπορούν αν αντιμετωπίσουν το μεγάλο όγκο περιστατικών, πρόσθεσε ο ίδιος.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της ίδιας μελέτης, τον υψηλότερο κίνδυνο διατρέχουν οι ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα και νοσηλεύτηκαν για COVID-19.

Για παράδειγμα, το 46% των ασθενών που χρειάστηκαν εισαγωγή στη ΜΕΘ, παρουσίασαν νευρολογικά και ψυχιατρικά νοσήματα μέσα σε 6 μήνες από την ανάρρωσή τους.

Τα δεδομένα έδειξαν επίσης ότι το 2.7% των ασθενών που χρειάστηκαν νοσηλεία στη ΜΕΘ παρουσίασαν εγκεφαλική αιμορραγία, ενώ το ίδιο ποσοστό ήταν 0.3% σε αυτούς που δεν νοσηλεύτηκαν.

Επιπλέον, το 7% των ασθενών στη ΜΕΘ παρουσίασαν εγκεφαλικό επεισόδιο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 1.3% σε αυτούς που δεν νοσηλεύτηκαν.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας σε ένα άρθρο που τη συνόδευσε, ο Jonathan Rogers από το University College London, υποστήριξε ότι πρέπει να γίνουν νέες μελέτες για τις μακροπρόθεσμες νευρολογικές και ψυχιατρικές επιπλοκές στους ασθενείς με COVID-19.

Όπως τόνισε, αρκετές από τις νόσους που διαγνώστηκαν είναι χρόνιες ή υποτροπιάζουσες, επομένως μπορεί να ταλαιπωρήσουν τους ασθενείς για αρκετά χρόνια.