Μία νέα έρευνα από τη Βραζιλία που εξέτασε την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D στην αντιμετώπιση της μέτριας ή σοβαρής COVID-19, διαπίστωσε ότι η χορήγηση μίας δόσης 200.000 IU δεν συνδέεται με μειωμένη διάρκεια νοσηλείας.

Η μέση διάρκεια παραμονής στο νοσοκομείο ήταν 7 ημέρες τόσο στους ασθενείς που είχαν λάβει βιταμίνη D, όσο και στην ομάδα που έλαβε placebo. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία, όπως η θνητότητα, ο κίνδυνος εισαγωγής στη ΜΕΘ, καθώς και ο κίνδυνος διασωλήνωσης ήταν επίσης παρόμοια στις 2 ομάδες, όπως αναφέρει η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε την έρευνα, ο David Leaf, MD, από το Brigham and Women’s Hospital της Βοστόνης και ο Adit Ginde, MD, MPH, από την Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο του Colorado, αναφέρθηκαν σε προηγούμενες μελέτες που είχαν δείξει ότι τα χαμηλότερα επίπεδα της βιταμίνης D συνδέονται ανεξάρτητα με υψηλότερο κίνδυνο σοβαρής νόσησης, καθώς και έρευνες που είχαν παρατηρήσει ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων βιταμίνης D ως θεραπεία δεν επηρεάζει την πορεία της νόσου.

Οι δύο επιστήμονες τόνισαν ότι η παρούσα μελέτη ήταν η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με placebo μελέτη που εξετάζει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D ως θεραπεία για τους νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19.

Όπως υποστήριξαν, αν και τα αποτελέσματα δεν είναι ενθαρρυντικά καθώς φαίνεται ότι η βιταμίνη δεν προσφέρει οφέλη στους ασθενείς με μέτρια-σοβαρή νόσηση, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να σταματήσουν οι έρευνες για το συγκεκριμένο συμπλήρωμα.

«Θα πρέπει να περιμένουμε τα αποτελέσματα και άλλων μελετών που εξετάζουν την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D (παρά το γεγονός ότι έχουν μικρότερο μέγεθος ή άλλους περιορισμούς)», αναφέρουν, τονίζοντας ότι η παρούσα μελέτη δεν εξέτασε τα οφέλη από το συμπλήρωμα στους ασθενείς με ήπια νόσηση, αλλά ούτε και τη χορήγησή της ως προφυλακτική αγωγή.

Η μελέτη εξέτασε δεδομένα από νοσηλευόμενους ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή COVID-19 σε δύο νοσοκομεία του Σάο Πάολο για τους μήνες Ιούνιο έως Αύγουστο του 2020. Οι ασθενείς είχαν είτε επιβεβαιωμένη λοίμωξη COVID-19 με PCR, είτε ευρήματα αξονικής τομογραφίας που παραπέμπουν σε COVID-19, είτε «διάγνωση COVID-19 με βάση τα κριτήρια η οποία χρήζει νοσηλείας». Το κύριο τελικό σημείο της έρευνας ήταν η διάρκεια νοσηλείας.

Εξετάστηκαν συνολικά 240 ασθενείς οι οποίοι χωρίστηκαν σε 2 ομάδες. Η πρώτη ομάδα (120 ασθενείς) έλαβε 1 δόση βιταμίνης D (200.000IU) από του στόματος, ενώ η δεύτερη έλαβε placebo. Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 56, το 44% ήταν γυναίκες, ενώ στην αρχή της έρευνας τα επίπεδα της 15-υδροξυβιταμίνης D ήταν 20.9 κατά μέσο όρο. Οι ασθενείς έλαβαν τη δόση της βιταμίνης D 10.3 ημέρες μετά την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Όπως προαναφέρθηκε, η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν 7 ημέρες, τόσο στην ομάδα που έλαβε βιταμίνη D, όσο και στην ομάδα ελέγχου. Στα δευτερεύοντα τελικά σημεία της έρευνας, υπήρχαν μεν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες, ωστόσο δεν θεωρήθηκαν στατιστικώς σημαντικές. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος θανάτου στο νοσοκομείο ήταν 7.6% για την ομάδα παρέμβασης και 5.1% για την ομάδα ελέγχου, ο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ ήταν 16% και 21.2% αντίστοιχα, ενώ ο κίνδυνος διασωλήνωσης ήταν 7.6% και 14.4% αντίστοιχα.

Στην ομάδα παρέμβασης, το 86.7% είχε ικανοποιητικά επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D, ενώ στην ομάδα παρέμβασης μόλις το 10.9% πέτυχε τον παραπάνω στόχο, γεγονός που δείχνει ότι η αποτυχία της θεραπείας δεν αποδίδεται στην αδυναμία της αγωγής να αυξήσει τα επίπεδα της βιταμίνης D.

Οι ασθενείς δεν παρουσίασαν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια, με την εξαίρεση ενός ασθενούς στην ομάδα παρέμβασης που παρουσίασε έμετο. Οι δύο ομάδες δεν είχαν επίσης κάποια άλλη διαφορά στα εργαστηριακά ευρήματα.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ο σχετικά μικρός αριθμός ασθενών και η μεγάλη ποικιλομορφία του δείγματος, καθώς κάθε ασθενής είχε διαφορετικές συνυπάρχουσες παθήσεις και έλαβε διαφορετική θεραπεία.

Αυτή τη στιγμή διεξάγονται 30 ακόμα έρευνες για τη βιταμίνη D και τη χρησιμότητά της στην αντιμετώπιση ή πρόληψη της COVID-19 και σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα.