Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον SARS-CoV-2 και τα βακτηρίων του μικροβιώματος μπορεί πιθανώς να εξηγήσει τη σοβαρότερη νόσηση που παρουσιάζουν ορισμένοι ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας μελέτης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό eLife.

Η μελέτη προσφέρει σημαντικές πληροφορίες οι οποίες εξηγούν γιατί οι ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά νοσηλείας και διασωλήνωσης σε μία λοίμωξη με τον SARS-CoV-2.

«Όλο και περισσότερα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η παχυσαρκία και ο διαβήτης τύπου 2 αποτελούν παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19, ωστόσο ακόμα δεν γνωρίζουμε ποιοι είναι οι μηχανισμοί που μπορούν να εξηγήσουν την παραπάνω σύνδεση», δήλωσε ο Philipp Scherer, επικεφαλής της μελέτης και καθηγητής στο Τμήμα Παθολογίας του University of Texas Southwestern Medical Center. «Οι ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη αναρρώνουν συνήθως ευκολότερα από λοιμώξεις του αναπνευστικού. Γιατί, όμως, αυτό δεν ισχύει στον COVID-19;».

Στη μελέτη τους, ο Scherer και οι συνεργάτες του εξέτασαν τους παράγοντες και τους μηχανισμούς που μπορεί να εξηγήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στην παχυσαρκία, το διαβήτη και τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν πρακτικά να χωριστούν σε δύο ομάδες και συγκεκριμένα αυτούς που σχετίζονται με τους υποδοχείς του ACE2 και αυτούς που αφορούν την αλληλεπίδραση ανάμεσα στον SARS-CoV-2 και τα βακτήρια των πνευμόνων.

Οι ACE2 υποδοχείς βρίσκονται στη μεμβράνη αρκετών κυττάρων του οργανισμού και παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του όγκου των υγρών στον οργανισμό, την αρτηριακή πίεση και τη λειτουργία των αγγείων. Αποτελούν επίσης το σημείο εισόδου του ιού SARS-CoV-2 στα ανθρώπινα κύτταρα. Μία θεωρία είναι ότι ο αυξημένος αριθμός των υποδοχέων ACE2 στους ασθενείς με παχυσαρκία ή διαβήτη διευκολύνει την είσοδο του ιού αυξάνοντας έτσι το ιικό φορτίο. Το υψηλό ιικό φορτίο συνδέεται συνήθως με σοβαρότερη νόσηση.

Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει την πορεία των πνευμονικών νόσων είναι το μικροβίωμα του οργανισμού. Το τελευταίο περιλαμβάνει σχεδόν 100 τρισεκατομμύρια βακτήρια. Στους ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη τα βακτήρια και οι ουσίες που παράγουν οδηγούν σε εμφάνιση ήπιας χρόνιας φλεγμονής σε διάφορους ιστούς.

Η μελέτη θέλησε να εξερευνήσει το ρόλο των βακτηρίων του ξενιστή στη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Ένας παράγοντας που πιθανώς ενοχοποιείται είναι οι λιποπολυσακχαρίτες (LPS) που παράγουν τα βακτήρια, οι οποίοι στο παρελθόν έχουν συνδεθεί με αυξημένη δραστηριότητα του ιού SARS στα πειραματόζωα. Οι επιστήμονες θεωρούν ότι οι λιποπολυσακχαρίτες ενισχύουν τη δράση του COVID-19, ενεργοποιώντας μία σειρά μηχανισμών που προκαλούν βλάβες στους υγιείς ιστούς των πνευμόνων.

«Αν και όλοι οι παραπάνω μηχανισμοί μπορεί να αυξήσουν τη σοβαρότητα της νόσησης από τον COVID-19, πιστεύουμε ότι ένας από αυτούς έχει κυρίαρχο ρόλο. Ο παράγοντας αυτός πιθανώς εμφανίζεται όχι μόνο στους παχύσαρκους και τους διαβητικούς, αλλά και στις υπόλοιπες ευπαθείς ομάδες του COVID-19», εξήγησε ο Scherer.

Οι συγγραφείς υποστήριξαν ότι η μειωμένη διαθεσιμότητα των υποδοχέων ACE2 εξ’ αιτίας του COVID-19 σε συνδυασμό με την παχυσαρκία και το διαβήτη, οδηγούν σε έκπτωση της λειτουργικότητας του εντερικού τοιχώματος, γεγονός που επιτρέπει στα βακτήρια και τις τοξίνες τους να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος. Στους πνεύμονες, τα βακτήρια αυτά ενισχύουν τη δράση του ιού με αποτέλεσμα να εμφανίζονται σοβαρότερες βλάβες.

«Η θεωρία μας υποστηρίζεται από προηγούμενες έρευνες που είχαν διαπιστώσει ότι ο συνδυασμός βακτηριακών και ιογενών λοιμώξεων μπορεί να προκαλέσει καταιγίδα κυτταροκινών, η οποία γνωρίζουμε σήμερα ότι αποτελεί χαρακτηριστικό της σοβαρής νόσησης από COVID-19», είπε ο Scherer. «Επιπλέον, η θεωρία μας μπορεί να εξηγήσει επίσης γιατί οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19», κατέληξε.