Μία νέα έρευνα από τη Μεγάλη Βρετανία διαπίστωσε ότι οι ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 έχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν ψυχιατρικές νόσους μετά την ανάρρωσή τους.

Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet, το 18% των ασθενών με COVID-19 διαγνώστηκαν με κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές ή άνοια μέσα σε 3 μήνες από τη διάγνωση του COVID-19. Ο κίνδυνος διάγνωσης με μία από τις παραπάνω νόσους ήταν μάλιστα διπλάσιος σε αυτούς τους ασθενείς συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό.

Η θεωρία ότι ο COVID-19 συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά ψυχιατρικών νόσων δεν είναι νέα.

Μία πρόσφατη έρευνα από το Εκουαδόρ είχε επίσης διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών με COVID-19 παρουσιάζουν άγχος, αϋπνία, κατάθλιψη και διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Αν και η σύνδεση ανάμεσα στον COVID-19 και τις ψυχιατρικές νόσους δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως, η νέα έρευνα προσφέρει αρκετά ενδιαφέροντα δεδομένα.

Οι Ασθενείς με COVID-19 έχουν Διπλάσιο Κίνδυνο να Παρουσιάσουν Ψυχιατρικές Νόσους

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το NIHR Oxford Health Biomedical Research Centre εξέτασαν μία βάση δεδομένων με 69 εκατομμύρια ασθενείς από τις ΗΠΑ. Η παραπάνω βάση δεδομένων περιέχει επίσης 62.000 ασθενείς που διαγνώστηκαν με COVID-19.

Σχεδόν το 6% των ενηλίκων που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό, παρουσίασαν κάποια ψυχιατρική νόσο για πρώτη φορά μέσα σε 90 ημέρες από τη διάγνωση του COVID-19, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 3.4%.

Με άλλα λόγια, οι ασθενείς που νόσησαν από COVID-19 είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν διαταραχές της διάθεσης ή του θυμικού.

Οι ηλικιωμένοι με COVID-19 είχαν επίσης 2-3 φορές αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης ότι το ιστορικό ψυχιατρικών νόσων μέσα στο προηγούμενο έτος από τις θετικές εξετάσεις για τον COVID-19 συνδέθηκε με 65% αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από τον ιό.

Μπορεί ο SARS-CoV-2 να Επηρεάσει τον Εγκέφαλο;

Και μόνο η διάγνωση με μία νέα, δυνητικά απειλητική για τη ζωή νόσο μπορεί να προκαλέσει άγχος και κατάθλιψη.

«Καθώς ο COVID-19 αποτελεί μία νέα λοίμωξη, δεν γνωρίζουμε ακόμα πως να διαχειριστούμε τον τρόπο που απειλεί την υγεία και τον τρόπο ζωής μας», υποστήριξε η Jessica Stern, PhD, αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχιατρικής του NYU Langone Health.

Οι ασθενείς που έχουν θετικές εξετάσεις για τον ιό θα πρέπει επίσης να μπουν σε καραντίνα, γεγονός που επίσης αυξάνει το άγχος και επιδεινώνει την κατάθλιψη.

Στις περισσότερες λοιμώξεις, οι ασθενείς μπορούν να βασιστούν στη βοήθεια από τα αγαπημένα τους πρόσωπα για την ανάρρωσή τους.

«Ωστόσο, στον COVID-19, οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται σε καραντίνα και επομένως δεν έχουν την υποστήριξη αυτή από την οικογένειά τους», είπε η Dr Gail Saltz, αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχιατρικής στο NY Presbyterian Hospital.

Η μάχη με τον ιό μπορεί να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο την ψυχική υγεία σε ασθενείς που παρουσιάζουν μέτρια ή ήπια συμπτώματα.

«Η διάγνωση και η θεραπεία του COVID-19 είναι περισσότερο τραυματική από άλλες ιατρικές νόσους, λόγω της σοβαρότητας της λοίμωξης, της έλλειψης αποτελεσματικών θεραπειών και της καραντίνας», τόνισε η Stern.

Αρκετοί ασθενείς με long COVID, παρουσιάζουν συμπτώματα που παραμένουν για αρκετούς μήνες και επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.

COVID-19 και Εγκέφαλος

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ο COVID-19 δεν αποτελεί αποκλειστικά αναπνευστική λοίμωξη, αλλά μπορεί να επηρεάσει αρκετά όργανα, μεταξύ των οποίων και ο εγκέφαλος.

Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με COVID-19 παρουσιάζουν συχνά νευρολογικές επιπλοκές, όπως σύγχυση, ίλιγγο, παραλήρημα ή έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών.

Αν και ακόμα δεν γνωρίζουμε ακριβώς πως ο ιός επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα, μία θεωρία υποστηρίζει ότι ο SARS-CoV-2 προκαλεί βλάβες στην αιμάτωση του εγκεφάλου με αποτέλεσμα να εμφανίζεται οίδημα των εγκεφαλικών ιστών.

Αν ο ιός επηρεάζει άμεσα το ΚΝΣ, τότε θα έχει την ικανότητα να προκαλέσει σημαντικές νευρολογικές και ψυχιατρικές νόσους. Επιπλέον, η έκπτωση της λειτουργίας του αναπνευστικού συστήματος, μπορεί να περιορίσει την οξυγόνωση του εγκεφάλου.

Τέλος, γνωρίζουμε ότι υπάρχει ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και την ψυχική υγεία.

Ο COVID-19 μπορεί να επηρεάσει τον κιρκαδικό ρυθμό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται διαταραχές του ύπνου, οι οποίες αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την κατάθλιψη, τις αγχώδεις διαταραχές και άλλες επιδράσεις στις γνωστικές λειτουργίες.

Άλλοι Ιοί Επηρεάζουν Επίσης την Ψυχική Υγεία

Στο παρελθόν, έχει διαπιστωθεί ότι και άλλοι ιοί μπορεί να επηρεάσουν τον εγκέφαλο.

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο είχε δείξει ότι τόσο ο ιός SARS όσο και ο ιός MERS (οι δύο προηγούμενοι σοβαροί κορονοϊοί) μπορεί να προκαλέσουν παραλήρημα, άγχος, κατάθλιψη, μανία, αϋπνία και διαταραχές της μνήμης.

Ουσιαστικά, οποιοσδήποτε ιός στοχεύει το ΚΝΣ, προκαλεί υποξία στην εγκέφαλο ή επηρεάζει τη λειτουργικότητα, μπορεί να επηρεάσει την ψυχική υγεία.

Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς με προϋπάρχουσες ψυχιατρικές νόσους διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης με τον SARS-CoV-2.

Μία έρευνα από τον Οκτώβριο έδειξε ότι οι ασθενείς με διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, κατάθλιψη, σχιζοφρένεια ή διπολική διαταραχή έχουν αυξημένο κίνδυνο να διαγνωστούν με COVID-19.

Μία θεωρία είναι ότι το άγχος αυξάνει τα επίπεδα της κορτιζόλης στο αίμα, με αποτέλεσμα να εκπίπτει η λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Με άλλα λόγια, το άγχος και η κατάθλιψη μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19.

Τι να Κάνετε αν Νοσήστε από COVID-19

Αν μολυνθείτε με τον SARS-CoV-2 είναι σημαντικό να ακολουθήσετε τις οδηγίες του γιατρούς σας με σκοπό να προστατεύσετε αρχικά τη σωματική σας υγεία. Επιλέξτε μία υγιεινή διατροφή, μην αλλάξετε το πρόγραμμα ύπνου σας και μην αμελήσετε την άσκηση, εφόσον αυτό είναι δυνατό.

Ιδανικά, μπορείτε επίσης να εφαρμόσετε ορισμένες τεχνικές χαλάρωσης, όπως οι βαθιές αναπνοές και οι ασκήσεις μυϊκής χαλάρωσης.

Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι η ανάρρωση από τον ιό μπορεί να χρειαστεί εβδομάδες ή, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμα και μήνες.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι ασθενείς που ξέρουν ποια είναι η διάρκεια που απαιτείται για την ανάρρωσή τους αντιμετωπίζουν μειωμένα επίπεδα άγχους και έχουν καλύτερη ψυχική υγεία.