Μία διεθνής ομάδα ερευνητών που ασχολούνται με την COVID-19 έκαναν προσφάτως μία σημαντική ανακάλυψη: Ο ιός μπορεί να προκαλέσει παραγωγή αυτοαντισωμάτων που στοχεύουν υγιείς ιστούς του οργανισμού.

Η παραπάνω παρατήρηση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς μπορεί να απαντήσει αρκετά ερωτήματα σχετικά με την COVID-19, όπως για παράδειγμα συγκεκριμένα συμπτώματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, τα χρόνια συμπτώματα που παραμένουν μετά την αποδρομή της (long COVID), καθώς και το σοβαρό φλεγμονώδες σύνδρομο που εμφανίζεται σε ορισμένα παιδιά και ενήλικες (MIS-C και MIS-A).

«Από τα δεδομένα μας φαίνεται ότι ο ιός προκαλεί άμεσα αυτοανοσία, γεγονός που προκαλεί έκπληξη», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Paul Utz, MD, από το Πανεπιστήμιο του Stanford.

Η έρευνα δημιουργεί επίσης ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα άλλων ιών να προκαλούν παρόμοιες επιδράσεις, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο εμφάνισης αυτοάνοσων νόσων, όπως για παράδειγμα η πολλαπλή σκλήρυνση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, στη μετέπειτα ζωή.

Ο Utz τόνισε ότι η επιστημονική του ομάδα θα εξετάσει στο μέλλον αν το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στον ιό της γρίπης.

Η παρούσα μελέτη ουσιαστικά επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις προηγουμένων ερευνών που είχαν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα 300 ασθενών από 4 νοσοκομεία (2 στην Καλιφόρνια, 1 στην Πεννσυλβάνια και 1 στη Γερμανία). Κάθε ασθενής έδινε τακτικά δείγματα αίματος κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του με σκοπό να εξεταστεί η εξέλιξη της ανοσιακής απόκρισης. Οι ερευνητές εξέτασαν τα δείγματα αυτά για την παρουσία αυτοαντισωμάτων, δηλαδή κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος που στοχεύουν υγιείς ιστούς του οργανισμού. Ακολούθως συνέκριναν τα επίπεδα των αυτοαντισωμάτων στους ασθενείς με τα αντίστοιχα επίπεδα σε υγιείς εθελοντές.

Αντίστοιχα με τις προηγούμενες έρευνες, η νέα έρευνα διαπίστωσε ότι τα αυτοαντισώματα ήταν συχνότερα στους ασθενείς με COVID-19 (το 50% αυτών που νοσηλεύτηκαν είχαν τα παραπάνω αντισώματα), ενώ στους υγιείς εθελοντές το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 15%.

Σε ορισμένους ασθενείς, τα επίπεδα των αυτοαντισωμάτων μεταβλήθηκαν ελάχιστα στην πορεία της λοίμωξης, γεγονός που δείχνει ότι πιθανώς προϋπήρχαν και επέτρεψαν στη λοίμωξη να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα.

Στο 20% περίπου των ασθενών που είχαν αυτοαντισώματα, τα επίπεδά τους αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, γεγονός που δείχνει ότι σχετίζονται άμεσα με τον ιό και δεν αποδίδονται σε κάποια προϋπάρχουσα κατάσταση.

Ορισμένα από τα αντισώματα αυτά στοχεύουν συγκεκριμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος τα οποία χρησιμοποιεί στην αντιμετώπιση του ιού, όπως οι ιντερφερόνες. Οι τελευταίες είναι πρωτεΐνες που παρεμβαίνουν στην ικανότητα του ιού να πολλαπλασιάζεται. Η απενεργοποίηση των ιντερφερονών είναι μία προσέγγιση που χρησιμοποιούν αρκετοί ιοί προκειμένου να διαφύγουν της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος. Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει επίσης ότι οι ασθενείς που φέρουν γονίδια τα οποία περιορίζουν τη λειτουργία των ιντερφερονών ή που παράγουν αυτοαντισώματα για τις πρωτεΐνες αυτές, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο απειλητικής για τη ζωή COVID-19.

Ο John Wherry, PhD, διευθυντής του ινστιτούτου ανοσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πεννσυλβάνια και συγγραφέας της παρούσας μελέτης, υποστήριξε ότι ο ιός έχει ένα ισχυρό πλεονέκτημα εφόσον έχει αυτή την ικανότητα, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημα στερείται ένα από τα ισχυρότερα όπλα του στην αντιμετώπιση του ιού.

Εκτός από τα αντισώματα που στοχεύουν κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος, αρκετοί ασθενείς που εξετάστηκαν στην έρευνα είχαν επίσης αντισώματα για μυϊκά κύτταρα και κύτταρα του συνδετικού ιστού τα οποία παρατηρούνται σε ορισμένες σπάνιες διαταραχές.

Σύμφωνα με τον Utz, η ομάδα του αποφάσισε να εξερευνήσει περισσότερο το γεγονός αυτό ότι παρατήρησαν ότι αρκετοί ασθενείς με COVID-19 είχαν ασυνήθιστα συμπτώματα που ομοιάζουν περισσότερο αυτοάνοσο νόσημα παρά ιογενή λοίμωξη, όπως για παράδειγμα εξανθήματα, αρθραλγίες, αίσθημα κόπωσης, μυαλγίες, εγκεφαλικό οίδημα, ξηροφθαλμία, διαταραχές της πηκτικότητας και φλεγμονή των αγγείων.

Προς το παρόν, όπως υποστήριξε, δεν γνωρίζουμε ακόμα αν οι ασθενείς αυτοί θα παρουσιάσουν αυτοάνοσα νοσήματα στο μέλλον. Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα θα πρέπει να παρακολουθήσουμε την πορεία των ασθενών με long COVID για τουλάχιστον 6-12 μήνες με νέα δείγματα αίματος.

Πρόσθεσε επίσης ότι είναι σημαντικό να εξετάσουμε ποια αυτοαντισώματα παραμένουν και ενοχοποιούνται για τα χρόνια συμπτώματα σε αυτούς τους ασθενείς. Αν καταφέρουμε να ανιχνεύσουμε τα αντισώματα αυτά νωρίς στην πορεία της λοίμωξης, τότε με τα κατάλληλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα θα μπορούμε να περιορίσουμε τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

Καταλήγοντας, ο Utz υποστήριξε ότι ο ιός μπορεί να προκαλέσει χρόνιες βλάβες ακόμα και σε ασθενείς που παρουσιάζουν ήπια συμπτώματα και θα συνεχίσουμε να ασχολούμαστε με αυτόν για αρκετές δεκαετίες ακόμα.