Οι επιβάτες του κρουαζιερόπλοιου που απέπλευσε από τις ακτές της Αργεντινής στα μέσα Μαρτίου δεν γνώριζαν ότι ζουν σε ένα hotspot του COVID-19 για περισσότερο από 7 ημέρες μετά την αναχώρηση του πλοίου. Ο λόγος; To γεγονός ότι η πλειοψηφία των περιστατικών του ιού ήταν ασυμπτωματικά.

Αρκετοί επιστήμονες χρησιμοποιούν σήμερα το παραπάνω κρουαζιερόπλοιο, στο οποίο η χρήση χειρουργικής μάσκας ήταν υποχρεωτική, ως παράδειγμα για να δείξουν ότι η χρήση μάσκας από όλους μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερα ποσοστά ασυμπτωματικών λοιμώξεων από COVID-19. Άλλες επιδημίες ασυμπτωματικών λοιμώξεων σε περιοχές όπου η χρήση μάσκας ήταν υποχρεωτική, όπως για παράδειγμα σε φυλακές ή εργοστάσια, προσφέρουν επαρκή επιδημιολογικά δεδομένα που δείχνουν ότι οι μάσκες μπορούν να μειώσουν την ποσότητα του ιού στην οποία εκτιθέμεθα, περιορίζοντας έτσι τη σοβαρότητα της νόσησης.

Σε ένα άρθρο τους που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine, η Monica Gandhi, MD, και ο George Rutherford, MD, από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, υποστήριξαν ότι η καθολική χρήση μάσκας διασφαλίζει ότι η ποσότητα του ιού που μεταδίδεται από έναν ασθενή σε ένα υγιές άτομο είναι χαμηλότερη, ωστόσο επαρκεί για να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση.

Όπως τόνισε η Gandhi, η αρχική ποσότητα του ιού στην οποία εκτίθεται ένα άτομο αποτελεί σημαντικό προγνωστικό παράγοντα για τη σοβαρότητα της νόσησης που θα παρουσιάσει. Ο παράγοντας αυτός είναι μάλιστα ανεξάρτητος από το ιικό φορτίο του ασθενούς όταν τελικά νοσήσει.

Η θεωρία των επιστημόνων είναι ότι, σε κάποιο βαθμό, η υψηλή αρχική ποσότητα του ιού μπορεί να κατακλύσει το ανοσοποιητικό σύστημα, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί σοβαρή νόσηση. Σε χαμηλότερες ποσότητες (το όριο μπορεί να διαφέρει στον κάθε ασθενή), το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη χωρίς να εμφανιστούν συμπτώματα.

«Οι παθήσεις στις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο (και συχνά συμβάλλει στην παθογένειά τους) έχουν συνήθως χειρότερη πρόγνωση όταν η αρχική έκθεση στον ιό είναι υψηλότερη», είπε η Gandhi.

Η σοβαρή λοίμωξη από COVID-19 πιστεύουμε σήμερα ότι αποδίδεται πιθανώς στην καταιγίδα κυτταροκινών, μία ανοσιακή απόκριση κατά την οποία ο οργανισμός στοχεύει τα δικά του κύτταρα και ιστούς και όχι τον ιό. Αν και η θεωρία αυτή δεν έχει ακόμα αποδειχθεί, η αρχική έκθεση σε υψηλές ποσότητες του SARS-CoV-2 αποτελεί πιθανώς προκλητικό παράγοντα για την καταιγίδα.

Φυσικά, υπάρχουν αρκετά ηθικά ζητήματα με τη χορήγηση διαφορετικών δόσεων ιικού RNA σε ανθρώπους εθελοντές στα πλαίσια μίας κλινικής δοκιμής. Ωστόσο, οι έρευνες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι η αρχική ποσότητα έκθεσης μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της νόσησης. Σε μία έρευνα που εξέτασε ινδικά χοιρίδια, για παράδειγμα, αυτά που εκτέθηκαν σε υψηλότερες δόσεις του SARS-CoV-2 είχαν χειρότερη πρόγνωση συγκριτικά με αυτά που εκτέθηκαν σε χαμηλότερες δόσεις.

Μία άλλη έρευνα που εξέτασε ένα διαφορετικό είδος ινδικών χοιριδίων διαπίστωσε ότι όσα εκτέθηκαν στον ιό χωρίς να φορούν μάσκα, παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση σε σχέση με πειραματόζωα που φορούσαν μάσκα.

«Γνωρίζουμε σήμερα ότι η έκθεση σε υψηλότερες δόσεις του λοιμώδους παράγοντα οδηγεί σε σοβαρότερη νόσηση», είπε ο Peter Katona, MD, ένας λοιμωξιολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια.

Αν και υπάρχουν ορισμένα δεδομένα που δείχνουν ότι η αρχική ποσότητα έκθεσης στον ιό μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19, αρκετοί ειδικοί σήμερα έχουν επικεντρωθεί στη σύνδεση ανάμεσα στο ιικό φορτίο (την ποσότητα του ιικού RNA στην κυκλοφορία του αίματος) και τη σοβαρότητα της νόσησης.

Σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο The Lancet Respiratory Medicine, ο Carlos Cordon-Cardo, MD, PhD, από το Icahn School of Medicine και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι το ιικό φορτίο των ασθενών που κατέληξαν από COVID-19 ήταν πολύ υψηλότερο σε σχέση με αυτό των ασθενών που επιβίωσαν από τον ιό.

Μία προηγούμενη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο The Lancet Infectious Diseases διαπίστωσε επίσης ότι το μέσο ιικό φορτίο στους ασθενείς που παρουσίαζαν σοβαρή νόσηση ήταν σχεδόν 60 φορές υψηλότερο σε σχέση αυτό των ασθενών που νοσούσαν με ηπιότερα συμπτώματα.

Η ομάδα του Cordon-Cardo υποστήριξε ότι, αν και η κατηγοριοποίηση των ασθενών COVID-19 με βάση το ιικό φορτίο αποτελεί πρόκληση, «θα πρέπει να γίνονται ποσοτικές μετρήσεις του ιικού φορτίου, καθώς έτσι οι γιατροί θα μπορούν να γνωρίζουν εγκαίρως ποιοι ασθενείς χρειάζονται πιο επιθετικές θεραπείες».

Η Ravina Kullar, PharmD, MPH, μία λοιμωξιολόγος και επιδημιολόγος από το Infectious Disease Society of America, δήλωσε ότι η αντιμετώπιση των ασθενών με υψηλό ιικό φορτίο αποτελεί μεγάλη πρόκληση.

Οι ασθενείς με υψηλότερο ιικό φορτίο «πρέπει να λαμβάνουν δεξαμεθαζόνη από την αρχή και όχι αντιιικά, με σκοπό να προληφθεί η καταιγίδα κυτταροκινών», υποστήριξε ο Kullar.

Ωστόσο, οι έρευνες που εξέτασαν αν οι ασθενείς με υψηλότερο ιικό φορτίο έχουν χειρότερη πρόγνωση δεν κατέληξαν σε σαφή αποτελέσματα. Μία έρευνα από τη Νότια Κορέα που δημοσιεύτηκε στο JAMA Internal Medicine διαπίστωσε ότι το ιικό φορτίο δεν διαφέρει ανάμεσα σε συμπτωματικούς και ασυμπτωματικούς ασθενείς.

Αν και σήμερα πιστεύουμε ότι το ιικό φορτίο αποτελεί προγνωστικό παράγοντα για τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19, σύμφωνα με τους ειδικούς δεν αποτελεί το μοναδικό προγνωστικό παράγοντα.

«Πιστεύω ότι όλα εξαρτώνται από το ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς», είπε η Kullar. «Το ιικό φορτίο σίγουρα παίζει ρόλο, αλλά δεν μας δίνει όλη την εικόνα».

Οι ασθενείς προχωρημένης ηλικίας, οι ασθενείς με χρόνια νοσήματα και οι ανοσοκατεσταλμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης. Καταλαβαίνουμε, επομένως ότι το ιικό φορτίο δεν αποτελεί τον μοναδικό προγνωστικό παράγοντα σοβαρής νόσησης.

Ο Katona υποστήριξε επίσης ότι σήμερα υπάρχουν αρκετά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στο ιικό φορτίο και τη σοβαρότητα της νόσησης. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε ούτε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος υπολογισμού του ιικού φορτίου (από το σίελο ή από ρινοφαρυγγικά δείγματα) αλλά ούτε και πως αυτό σχετίζεται με τη μολυσματικότητα του ασθενούς.

«Υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε, ωστόσο είμαι πεπεισμένος ότι το ιικό φορτίο σίγουρα σχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου. Ωστόσο, αυτό ακόμα δεν έχει αποδειχθεί», κατέληξε ο Katona.