Μία προσέγγιση που εξετάζεται στην αναζήτηση θεραπειών για την COVID-19 είναι ο επαναπροσδιορισμός της χρήσης φαρμάκων που έχουν ήδη εγκριθεί για άλλες ενδείξεις.

Η ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου από το μηδέν αποτελεί μία χρονοβόρο διαδικασία η οποία μπορεί να χρειαστεί πάνω από 10 χρόνια, αν τελικά το φάρμακο καταφέρει να περάσει όλους τους ελέγχους.

Τα πλεονεκτήματα του επαναπροσδιορισμού της χρήσης ενός φαρμάκου είναι αρκετά. Συγκεκριμένα, καθώς έχουν ήδη γίνει μελέτες για το φάρμακο αυτό, γνωρίζουμε ποια είναι η ιδανική δόση του, ο μηχανισμός δράσης, καθώς και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να προκαλέσει. Το γεγονός αυτό επιτρέπει να παρακαμφθούν εντελώς οι κλινικές δοκιμές φάσης 1, γεγονός που επιταχύνει σε σημαντικό βαθμό την έγκριση του φαρμάκου.

Αυτό ακριβώς συνέβη και με φάρμακα όπως η ρεμδεσιβίρη ή η υδεοξυχλωροκίνη, τα οποία εξετάζονται αυτή τη στιγμή στην αντιμετώπιση της COVID-19.

Δυστυχώς, τα τελευταία δεδομένα σχετικά με τα δύο παραπάνω φάρμακα είναι αρνητικά, καθώς δείχνουν ότι δεν είναι δυνατό να προσφέρουν τα επιθυμητά οφέλη στην αντιμετώπιση της νόσου.

Τι Διαπίστωσε η Έρευνα

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έκανε μία μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη με σκοπό να εξετάσει την αποτελεσματικότητα τεσσάρων αντιιικών φαρμάκων και συγκεκριμένα της ρεμδεσιβίρης, της υδροξυχλωροκίνης, της λοπιναβίρης και της ιντερφερόνης.

Τα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται σήμερα στη θεραπεία των ασθενών που νοσηλεύονται με COVID-19.

Η έρευνα του WHO εξέτασε συνολικά 11.266 ασθενείς με COVID-19 οι οποίοι νοσηλεύτηκαν σε 405 νοσοκομεία από 30 χώρες.

Οι ασθενείς αυτοί χωρίστηκαν τυχαία σε 6 ομάδες ανάλογα με το συνδυασμό φαρμάκων που τους χορηγήθηκε.

  • 750 έλαβαν ρεμδεσιβίρη
  • 954 έλαβαν υδροξυχλωροκίνη
  • 411 έλαβαν λοπιναβίρη
  • 651 έλαβαν ιντερφερόνη και λοπιναβίρη
  • 412 έβαναν ιντερφερόνη
  • 088 δεν έλαβαν κανένα φάρμακο

Στην έρευνα δεν χορηγήθηκαν placebo. Ο στόχος της τελευταίας ήταν να εξετάσει την αποτελεσματικότητα των παραπάνω φαρμάκων αναφορικά με τη θνησιμότητα, τη διάρκεια νοσηλείας και τη διάρκεια διασωλήνωσης.

Όπως τελικά διαπιστώθηκε, κανένα από τα παραπάνω φάρμακα δεν ήταν ικανό να προσφέρει οφέλη στα παραπάνω 3 τελικά σημεία.

Πώς Διαφέρει η Παρούσα Μελέτη από τις Προηγούμενες;

Η ρεμδεσιβίρη, η υδροξυχλωροκίνη, η λοπιναβίρη και η ιντερφερόνη β-1α είχαν εξεταστεί στο παρελθόν σε μικρότερες μη τυχαιοποιημένες μελέτες.

Από τα πρώιμα αποτελέσματα των ερευνών αυτών είχε διαπιστωθεί ότι τα παραπάνω φάρμακα μπορούν να προσφέρουν οφέλη στην αντιμετώπιση της COVID-19.

Ωστόσο, η παρούσα μελέτη, η οποία ήταν τυχαιοποιημένη και εξέτασε χιλιάδες ασθενείς, δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει τα παραπάνω οφέλη.

Συνοπτικά, όπως διαπίστωσε η μελέτη που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine, τα παραπάνω φάρμακα δεν μειώνουν τα ποσοστά θνησιμότητας, τη διάρκεια νοσηλείας ή τη διάρκεια διασωλήνωσης.

Ποια είναι τα Επόμενα Βήματα στην Αναζήτηση Θεραπειών για την COVID-19;

Προς το παρόν, ένα από τα φάρμακα που γνωρίζουμε ότι μπορεί να προσφέρει οφέλη στους ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19 είναι η δεξαμεθαζόνη. Το φάρμακο αυτό χορηγείται σήμερα ευρέως στα νοσοκομεία σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση.

Τα διαθέσιμα δεδομένα έχουν δείξει ότι η δεξαμεθαζόνη μπορεί να περιορίσει τα ποσοστά θνησιμότητας στα σοβαρά περιστατικά της COVID-19.

Άλλες θεραπείες που εξετάζονται σήμερα είναι τα μονοκλωνικά αντισώματα για τον SARS-CoV-2, το πλάσμα από ασθενείς που έχουν αναρρώσει και τα ανοσορυθμιστικά φάρμακα.

Οι παραπάνω θεραπείες εξετάζονται αυτή τη στιγμή σε κλινικές δοκιμές φάσης 3.

Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι πρωτεΐνες που παρασκευάζονται στο εργαστήριο και ομοιάζουν τα αντισώματα που παράγει το ανοσοποιητικό σύστημα. Το bamlanivimab της Eli Lilly και το κοκτέιλ casirivimab και imdevimab της Regeneron έχουν ήδη λάβει επείγουσα έγκριση για χορήγηση σε ασθενείς που παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρής νόσησης.

Το πλάσμα από ασθενείς που έχουν αναρρώσει, εφόσον περιέχει αντισώματα για τον SARS-CoV-2, μπορεί θεωρητικά να προσφέρει οφέλη στους ασθενείς με COVID-19, ωστόσο αυτό ακόμα δεν έχει επιβεβαιωθεί από κλινικές δοκιμές και τα πρώτα δεδομένα για την παραπάνω προσέγγιση είναι αρνητικά.

Τα ανοσορυθμιστικά είναι φάρμακα που ενεργοποιούν, ενισχύουν ή επαναφέρουν τη φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα φάρμακο που ανήκει στην παραπάνω κατηγορία.

Ο στόχος της χορήγησης των ανοσορυθμιστικών είναι να περιοριστεί η καταιγίδα κυτταροκινών η οποία εμφανίζεται σε ορισμένους ασθενείς με COVID-19. Η καταιγίδα κυτταροκινών χαρακτηρίζεται από υπερβολική παραγωγή φλεγμονωδών πρωτεϊνών και μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες επιπλοκές, όπως σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) ή ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων.