Τελευταία δεδομένα ερευνών δείχνουν ότι τα αντισώματα που παράγονται μετά από μία λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 δεν έχουν μεγάλη διάρκεια. Συγκεκριμένα, οι περισσότερες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι η διάρκεια ζωής των αντισωμάτων κυμαίνεται από λίγες εβδομάδες μέχρι λίγους μήνες.

Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του οργανισμού να αναπτύσσει ανοσία στον COVID-19, τουλάχιστον με φυσικό τρόπο, προκαλώντας παράλληλα έντονη ανησυχία σχετικά με το βαθμό προστασίας από νέες λοιμώξεις με τον ίδιο ιό.

«Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών βάζουν τέλος στη θεωρία των ‘αντισωμάτων ανοσίας’, της ανοσίας της αγέλης και πιθανώς στην ανοσία εφ’ όρου ζωής από ένα εμβόλιο», υποστήριξε μία νέα ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine, αν και οι συγγραφείς του άρθρου τόνισαν ότι σίγουρα θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες μέχρι να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει.

Ωστόσο, τα αντισώματα δεν αποτελούν το μόνο δείκτη ανοσίας, σύμφωνα με τους ειδικούς.

«Η παρούσες έρευνες για τα αντισώματα δείχνουν ότι η ισχύς της ανοσιακής απόκρισης συνδέεται με τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων. Οι ασθενείς που νοσούν σοβαρότερα έχουν συνήθως περισσότερα αντισώματα σε σχέση με αυτούς που παρουσιάζουν ήπια νόσηση ή είναι ασυμπτωματικοί», τόνισε ο Chris DiPasquale, διευθυντής του Babson Diagnostics, μίας εταιρίας από το Τέξας που κάνει ορολογικές εξετάσεις (αντισωμάτων).

Τα Αντισώματα Δεν Δίνουν την Πλήρη Εικόνα

Το ανοσοποιητικό σύστημα χρησιμοποιεί μία σειρά κυττάρων και διαφορετικών αποκρίσεων προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα παθογόνο.

Όταν ο οργανισμός αντιλαμβάνεται την παρουσία ενός ιού, τα Β λεμφοκύτταρα συνεργαζόμενα με τα «βοηθητικά» Τ λεμφοκύτταρα δημιουργούν αδρανοποιητικά αντισώματα τα οποία έχουν την ικανότητα να καταστρέψουν τον ιό σε μία μελλοντική μόλυνση.

Τα αντισώματα αυτά ανιχνεύονται σχετικά εύκολα και επομένως σήμερα αποτελούν τη συχνότερη μέθοδο προσδιορισμού της ανοσίας για τον COVID-19.

Ωστόσο, δύο είδη Τ λεμφοκυττάρων, τα οποία ανιχνεύονται δυσκολότερα, παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ανοσία και τα επίπεδά τους δεν είναι πάντοτε ανάλογα με τα επίπεδα των αντισωμάτων.

Μία προδημοσίευση από τα Strasbourg University Hospitals στη Γαλλία, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι υπάρχει απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα στους ασθενείς με COVID-19 ακόμα κι όταν οι εξετάσεις αντισωμάτων είναι αρνητικές.

Κατά συνέπεια, «η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων αποτελεί ένα καλύτερο δείκτη του ιστορικού έκθεσης στον SARS-CoV-2 σε σχέση με τα αντισώματα», είπαν οι επιστήμονες της έρευνας.

Τέλος, μία άλλη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature διαπίστωσε ότι η ανοσιακή απόκριση μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους παράγοντες εκτός από τα παραπάνω κύτταρα.

Αντισώματα και Εμβόλια

Σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου για τον COVID-19, η φυσική ανοσιακή απόκριση του οργανισμού ενδεχομένως να μην παίζει τόσο μεγάλο ρόλο όσο θα περιμέναμε.

«Δεν πιστεύω ότι η ασθενής ανοσιακή απόκριση στους ασυμπτωματικούς ασθενείς επηρεάζει σε κάποιο βαθμό την ανοσία που θα δημιουργήσει ένα εμβόλιο», υποστήριξε η Linda Thompson, PhD, μία ανοσολόγος από το Oklahoma Medical Research Foundation των ΗΠΑ.

«Γνωρίζουμε από τη γρίπη ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων στο αίμα αποτελούν καλό δείκτη σχετικά με το πόσο προστατευμένος είναι κάποιος ασθενής. Για τον SARS-CoV-2 δεν ξέρουμε ακόμα αν τα επίπεδα των αντισωμάτων είναι ενδεικτικά της ανοσίας για τη νόσο», εξήγησε η επιστήμονας. «Υπάρχει πιθανότητα να υπάρχουν Β κύτταρα μνήμης στους λεμφαδένες ή το μυελό των οστών τα οποία μπορούν να πολλαπλασιαστούν ταχέως να να δημιουργήσουν νέα αντισώματα άμεσα».

Καθώς αυτή τη στιγμή η έρευνα για τον COVID-19 βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο, δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα έτσι ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για κριτήρια ανοσίας.

«Πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί σε αυτά που λέμε για τον ιό και τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις του», είπε ο Dr Daniel Fagbuyi, ένας ειδικός γιατρός για θέματα δημόσιας υγείας.

«Τι ορίζεται ως ‘καλή’ ανοσιακή απόκριση; Τι πρέπει να μετράμε στις εξετάσεις αντισωμάτων; Πόσο συχνά πρέπει να χορηγείται ένα εμβόλιο για τον COVID-19 προκειμένου να διασφαλιστεί η ανοσία;», ήταν μερικά μόνο από τα ερωτήματα που έθεσε ο επιστήμονας.

Υποστήριξε, ωστόσο, ότι η ταχεία μείωση στα επίπεδα των αντισωμάτων αποτελεί πιθανώς ένδειξη ότι θα πρέπει να γίνονται επαναληπτικές δόσεις του εμβολίου και η χορήγηση δεν θα είναι εφάπαξ.

«Αν η απόκριση αντισωμάτων για τον COVID-19 έχει μικρή διάρκεια τότε πιθανώς θα πρέπει να χορηγούμε το εμβόλιο περισσότερες από μία φορές ετησίως», δήλωσε ο Dr Don Goldenberg, καθηγητής ιατρικής από το Tufts University School of Medicine στη Μασαχουσέτη.

Γιατί οι Ασθενείς που Νόσησαν είναι Κατά Πάσα Πιθανότητα Προστατευμένοι από Μελλοντικές Λοιμώξεις;

Ακόμα κι αν τα αντισώματα μειώνονται ταχέως, οι ασθενείς που έχουν νοσήσει με COVID-19 είναι πιθανώς προστατευμένοι από νέες λοιμώξεις σύμφωνα με αυτά που γνωρίζουμε για την ανοσιακή απόκριση στους ιούς.

«Σε ορισμένους ασθενείς, εναπομείναντα αδρανή σωματίδια ιών μπορεί να οδηγήσουν σε θετική εξέταση PCR, με αποτέλεσμα οι ασθενείς να πιστεύουν ότι παρουσιάζουν νέα λοίμωξη», εξήγησε ο Goldenberg. «Αν και υπάρχουν αναφορές ασθενών που μολύνθηκαν και νόσησαν ξανά από τον ιό μετά την ανάρρωσή τους, αυτό είναι κάτι που συμβαίνει εξαιρετικά σπάνια».

Αν και σήμερα δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα πλήρως την παθολογική δράση του ιού, τα περιστατικά νέων λοιμώξεων σε ασθενείς που έχουν αναρρώσει ενδέχεται να αποδίδονται σε μακροπρόθεσμες επιδράσεις του ιού ή επανενεργοποίηση του ιού που δεν είχε απομακρυνθεί πλήρως κατά την πρώτη νόσηση.

«Σήμερα τίποτε δεν είναι ακόμη βέβαια αναφορικά με τον COVID-19. Τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε την απόκριση του οργανισμού στον SARS-CoV-2 και, όπως φαίνεται, αυτή διαφέρει σημαντικά σε κάθε άτομο», κατέληξε ο DiPasquale.