Η σιταγλιπτίνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται στη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2, συνδέθηκε με μειωμένη θνησιμότητα στους ασθενείς που νοσούν από COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Η έρευνα εξέτασε συνολικά 338 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε νοσοκομεία της Βόρειας Ιταλίας. Όπως διαπίστωσε, αυτοί που έπαιρναν τον αναστολέα του DPP-4 σε συνδυασμό με την τυπική θεραπεία ινσουλίνης, παρουσίασαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας συγκριτικά με αυτούς που έκαναν άλλες θεραπείες για το διαβήτη.

Συγκεκριμένα, οι διαβητικοί που έπαιρναν σιταγλιπτίνη είχαν 18% θνησιμότητα, ενώ σε αυτούς που έκαναν άλλες θεραπείες η θνησιμότητα ήταν 37%. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes Care.

Η σιταγλιπτίνη συνδέθηκε επίσης με σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο διασωλήνωσης και 49% μειωμένο κίνδυνο εισαγωγής στη ΜΕΘ.

Οι ασθενείς που έπαιρναν το παραπάνω φάρμακα παρουσίασαν επίσης μεγαλύτερη κλινική βελτίωση στις 30 ημέρες, σύμφωνα με μία κλίμακα 7 σημείων. Συνολικά, το 52% των διαβητικών που έπαιρναν σιταγλιπτίνη σημείωσε βελτίωση κατά 2 μονάδες στην παραπάνω κλίμακα, ενώ το ίδιο ποσοστό ήταν 34% για τις υπόλοιπες θεραπείες.

30 ημέρες μετά την εισαγωγή στο νοσοκομείο, είχαν πάρει εξιτήριο συνολικά 169 διαβητικοί ασθενείς. Από αυτούς, οι 120 έπαιρναν σιταγλιπτίνη, ενώ οι 89 έπαιρναν άλλες θεραπείες.

Οι επιστήμονες της μελέτης υποστήριξαν ότι η σιταγλιπτίνη θα πρέπει να αποτελεί επιλογή σε διαβητικού ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19, καθώς σήμερα οι θεραπευτικές μας επιλογές είναι πολύ περιορισμένες.

Τα δεδομένα της έρευνας προέρχονται από 7 νοσοκομεία της Βόρειας Ιταλίας και αφορούν το διάστημα 1 Μαρτίου μέχρι 30 Απριλίου. Όλοι οι ασθενείς (μέση ηλικία 69) είχαν διαβήτη τύπου 2 και εισήχθησαν στα νοσοκομεία με πνευμονία. Ο κορεσμός του οξυγόνου ήταν κάτω από 95%.

Κατά την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, όλοι οι ασθενείς έλαβαν την τυπική θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση θεραπείας σύμφωνα με το πρωτόκολλο ινσουλίνης του Yale, με το γλυκαιμικό στόχο να είναι 140-180 mg/dL. Στους ασθενείς που έλαβαν επίσης σιταγλιπτίνη, η δόση βασίστηκε στα επίπεδα του eGFR. Συγκεκριμένα, αν το eGFR ήταν πάνω από 45 mL/min/1.73 m, οι ασθενείς έλαβαν 100mg σιταγλιπτίνης ημερησίως, ενώ αν ήταν κάτω από 45, έλαβαν 50mg.

Οι ασθενείς δεν έλαβαν άλλη θεραπεία για τη ρύθμιση της γλυκόζης σε αυτή την περίοδο.

Η έρευνα ανέδειξε επίσης ορισμένους μηχανισμούς δράσης οι οποίοι ενδεχομένως μπορεί να εξηγήσουν τα παραπάνω αποτελέσματα. Εκτός από τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μέσω του αποκλεισμού του DPP-4, η σιταγλιπτίνη έχει επίσης αντιφλεγμονώδεις και ανοσορυθμιστικές ιδιότητες. Για παράδειγμα, μπορεί να αναστείλει την παραγωγή ιντερλευκίνης-6, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο καταιγίδας κυτταροκινών.

Στο μέλλον, οι επιστήμονες σκοπεύουν να εξετάσουν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου στην αντιμετώπιση του COVID-19 σε ασθενείς που δεν πάσχουν από διαβήτη.