Δύο νέες έρευνες (1,2) επιβεβαίωσαν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με λοιμώξεις του αναπνευστικού που παρουσιάζουν ανοσμία πάσχει από COVID-19. Εκτός από την ανοσμία, οι ασθενείς με COVID-19 μπορεί να παρουσιάσουν και αγευσία, με τα δύο παραπάνω συμπτώματα να παραμένουν για αρκετό διάστημα σε αρκετούς ασθενείς, ακόμα και μετά την αποδρομή της λοίμωξης.

Η πρώτη από τις δύο παραπάνω έρευνες διεξήχθη στη Δανία και έδειξε ότι σε μία κλίμακα από το 0 έως το 100, η μέση ανοσμία στους ασθενείς με COVID-19 ήταν 79.7, αριθμός που αντιστοιχεί σε μεγάλη έκπτωση έως ολοκληρωτική απώλεια της όσφρησης. Οι δύο έρευνες επιβεβαίωσαν επίσης ότι η ανοσμία έχει ίσως τη μεγαλύτερη προγνωστική ισχύ για την COVID-19 σε ασθενείς με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού.

Οι επιστήμονες της έρευνας πρόσθεσαν ότι σε αρκετούς ασθενείς αυτό είναι το μοναδικό σύμπτωμα της νόσου, γεγονός που υπογραμμίζει τη διαγνωστική του αξία. Τόνισαν επίσης ότι στο 50% περίπου των ασθενών με COVID-19, η ανοσμία παραμένει για περισσότερο από 40 ημέρες.

Η διάρκεια αυτή είναι πολύ μεγαλύτερη συγκριτικά με αυτή που έχει παρατηρηθεί σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις, γεγονός που προκαλεί δυσφορία και ανησυχία στους ασθενείς.

Εκτός από την όσφρηση, μία άλλη αίσθηση που επηρεάζεται είναι η γεύση. Η μέση έκπτωση της αίσθησης αυτής στους ασθενείς με COVID-19 προσεγγίζει το 69% ενώ το 37.3% αναφέρει επίσης μειωμένη αισθητικότητα στην περιοχή του στόματος.

Καθώς η απώλεια της όσφρησης δεν επιτρέπει στον εγκέφαλο να ταυτοποιήσει τη μυρωδιά του φαγητού, η ταυτόχρονη απώλεια της γεύσης καθιστά ακόμα δυσκολότερη την αναγνώριση των τροφίμων. Ως αποτέλεσμα, η σίτιση γίνεται μία δυσάρεστη διαδικασία.

Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 4.500 εθελοντές από 23 χώρες.

Η έρευνα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για τους ασθενείς που υποφέρουν από ανοσμία όσο και για τους γιατρούς που ασχολούνται με την COVID-19. Ουσιαστικά δείχνει ότι η ανοσμία αποτελεί χαρακτηριστικό σύμπτωμα της νόσου και έχει μεγάλη χρησιμότητα στη διάγνωση της COVID-19. Προσφέρει επίσης σημαντικά δεδομένα σχετικά με τον τρόπο που επηρεάζεται ο οργανισμός από τον ιό.

Στην αρχή της πανδημίας, αρκετές μικρές έρευνες είχαν διαπιστώσει ότι η ανοσμία μπορεί να είναι ένα από τα συμπτώματα της COVID-19, ωστόσο αυτό έπρεπε να επιβεβαιωθεί από μεγαλύτερες μελέτες.

Στο μέλλον, οι επιστήμονες σκοπεύουν να εξετάσουν περισσότερο το παραπάνω σύμπτωμα. Ο στόχος είναι να διαπιστωθεί ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου που μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμη απώλεια της όσφρησης σε μία λοίμωξη με COVID-19, εξετάζοντας παράλληλα την επιβάρυνση των ασθενών από το παραπάνω σύμπτωμα. Θα εξεταστούν επίσης οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διάρκεια του παραπάνω συμπτώματος, καθώς και η σύνδεση της ανοσμίας με την πρόγνωση της νόσου. Ήδη έχει ξεκινήσει η συλλογή δεδομένων με σκοπό να δοθούν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, σύντομα θα έχουν νέες δημοσιεύσεις με περισσότερες πληροφορίες.