Μία νέα μελέτη εξέτασε δεδομένα από 40 έρευνες σχετικά με την ανοσία στους κορονοϊούς και κατέληξε σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την πανδημία του COVID-19.

Η μελέτη έγινε από μία ομάδα ιολόγων στη Μεγάλη Βρετανία και ανέλυσε τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ανοσιακή απόκριση στον SARS-CoV-2 και τους υπόλοιπους κορονοϊούς. Οι επιστήμονες πρότειναν επίσης αρκετούς τρόπους για να χρησιμοποιηθούν τα παραπάνω δεδομένα στον περιορισμό της πανδημίας. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύτηκαν στο Journal of General Virology (JGV) και περιέχουν σημαντικές πληροφορίες, μεταξύ των οποίων η διάρκεια της ανοσίας μετά από μία λοίμωξη με κορονοϊούς, καθώς η χρησιμότητα της εξέτασης αντισωμάτων.

Στη μελέτη τους, οι καθηγητές Paul Kellam και Wendy Barclay από το Imperial College London εξέτασαν όλα τα διαθέσιμα δεδομένα για την ανοσία στους κορονοϊούς, στους οποίους περιλαμβάνονται οι SARS, MERS, αλλά και τα 4 είδη που κυκλοφορούν στον άνθρωπο τους χειμερινούς μήνες. Στο άρθρο τους, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ο SARS-CoV-2 είναι πολύ πιθανό να γίνει ο 5ος εποχικός κορονοϊός και να προκαλεί μικρές επιδημίες ετησίως.

«Ο SARS-CoV-2 είναι ένας νέος ιός και επομένως πρέπει να μάθουμε γρήγορα αρκετές από τις βασικές του ιδιότητες. Καθώς σήμερα δεν έχουμε δεδομένα για τον SARS-CoV-2, οι εκτιμήσεις μας σχετικά με την ανοσιακή απόκριση στον ιό θα πρέπει να βασιστούν σε αυτά που γνωρίζουμε από τις προηγούμενες επιδημίες κορονοϊών (SARS και MERS), αλλά και από τους 4 εποχικούς κορονοϊούς. Σίγουρα, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με τα συμπεράσματα που βγάζουμε, ωστόσο είναι μία καλή αρχή για τη μελέτη μας».

«Δεν γνωρίζουμε ακόμα ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός κορονοϊού που τον κάνουν να εξελιχθεί σε εποχική νόσο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, ωστόσο, οι 4 εποχικοί κορονοϊοί που κυκλοφορούν σήμερα, έμοιαζαν αρκετά με τον SARS-CoV-2 ως προς τον τρόπο μετάδοσης και τη συμπεριφορά, όταν μεταπήδησαν για πρώτη φορά από τα ζώα στον άνθρωπο. Σταδιακά, καθώς όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού απέκτησε ανοσία, τα ποσοστά σοβαρής νόσησης μειώθηκαν. Ωστόσο, σήμερα, οι εποχικοί κορονοϊοί μπορούν ακόμα να προκαλέσουν πνευμονία σε ορισμένους ασθενείς», είπε ο Kellam.

Η διάρκεια της ανοσίας που προσφέρουν τα αντισώματα μετά από μία λοίμωξη με τον SARS ή τον MERS εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, ένας από τους οποίους είναι και η σοβαρότητα της νόσησης. Οι έρευνες έχουν δείξει ότι η προστασία που προσφέρουν τα αντισώματα εκπίπτει σταδιακά. Για τους εποχικούς κορονοϊούς, οι οποίοι προκαλούν συνήθως ήπια νόσηση, υπάρχουν δεδομένα που δείχνουν ότι η ανοσία μπορεί να διαρκεί για λιγότερο από 80 ημέρες. «Υπάρχουν ακόμη αρκετά που δεν γνωρίζουμε σχετικά με την ανοσία στον SARS-CoV-2, όπως για παράδειγμα πόσο ισχυρή είναι η ανοσιακή απόκριση και τι διάρκεια έχει. Πρέπει επίσης να διαπιστώσουμε αν οι ασθενείς με ήπιες οι ασυμπτωματικές λοιμώξεις παρουσιάζουν ισχυρή ή ασθενή ανοσιακή απόκριση, καθώς και ποια ποσοτικοποιήσιμα χαρακτηριστικά της ανοσίας συνδέονται με μειωμένο κίνδυνο για μελλοντικές λοιμώξεις. Όταν μάθουμε τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, θα μπορούμε να προβλέψουμε καλύτερα την εξέλιξη της πανδημίας του COVID-19. Τα εμβόλια, αν και δεν προκαλούν νόσηση, πιθανώς θα προσφέρουν ισχυρότερη ανοσία από τη λοίμωξη με τον ιό, καθώς θα έχουν αναπτυχθεί ειδικά γι’ αυτό το σκοπό», υποστήριξε ο Kellam.

Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν επίσης στις εξετάσεις αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 εστιάζοντας περισσότερο στην ακρίβεια των τεστ και τους περιορισμούς που έχει η εξέταση. Όπως υποστήριξαν, αν γνωρίζουμε τα ποσοστά ανοσίας για τον SARS-CoV-2 στον πληθυσμό, θα μπορούμε να ελέγξουμε καλύτερα την εξάπλωση της πανδημίας και να κατανοήσουμε ποιος είναι ο αριθμός των ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο.

«Η αποκρυπτογράφηση της ανοσιακής απόκρισης για τους ιούς αυτούς βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Από το κοινό μέχρι τους επιστήμονες που εργάζονται στην ανάπτυξη ενός εμβολίου, όλοι θέλουν να μάθουν τι πραγματικά συμβαίνει», είπε ο Alain Kohn από το JGV. «Η παρούσα μελέτη προσφέρει όλα τα διαθέσιμα δεδομένα μέχρι σήμερα», κατέληξε.