Ο COVID-19 έχει ήδη προκαλέσει περισσότερους από 450.000 θανάτους παγκοσμίως και κάθε μέρα μαθαίνουμε όλο και περισσότερα σχετικά με τα αίτια των παραπάνω θανάτων.

Οι υπερλοιμώξεις, μία συχνή επιπλοκή κατά την οποία μία δευτερογενής βακτηριακή λοίμωξη εμφανίζεται ταυτόχρονα με την κύρια ιογενή λοίμωξη, ευθύνονται για ένα σημαντικό ποσοστό των παραπάνω θανάτων.

Πρώιμα δεδομένα έδειξαν ότι το 50% περίπου των ασθενών που κατέληξαν από COVID-19 είχαν επίσης μία δευτερογενή βακτηριακή ή μυκητιασική λοίμωξη, ορισμένες από τις οποίες είναι ανθεκτικές στα αντιβιοτικά.

Αρκετοί ειδικοί τόνισαν ότι οι υπερολοιμώξεις στους ασθενείς με COVID-19 δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη.

Οι λοιμώξεις αυτές συχνά συνοδεύουν άλλες ιογενείς λοιμώξεις, όπως η γρίπη. Μάλιστα, ένα μεγάλο ποσοστό των θανάτων σε πανδημίες της γρίπης του παρελθόντος (μεταξύ των οποίων και η πανδημία της Ισπανικής γρίπης του 1918), αποδίδονται σε δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις, αρκετές από τις οποίες είχαν προκληθεί από ανθεκτικά βακτήρια.

«Το 50% περίπου των ασθενών με COVID-19 παρουσιάζουν ανθεκτικές λοιμώξεις, επομένως το αντιβιοτικά και τα αντιμυκητιασικά φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα δεν είναι αποτελεσματικά», είπε η Corrie Detweller, PhD, μικροβιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο.

«Οι υπερλοιμώξεις δεν είναι ένα καινούριο πρόβλημα», τόνισε η επιστήμονας, «απλά αναδεικύνεται από τον COVID-19».

Γιατί Εμφανίζονται Υπερλοιμώξεις στους Ασθενείς με COVID-19;

Οι ασθενείς που παραμένουν στη ΜΕΘ για παρατεταμένη διάρκεια είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από τις δευτερογενείς λοιμώξεις. Αυτό αποδίδεται σε διάφορους λόγους.

Αρχικά, αρκετά περιστατικά συνδέονται με την πνευμονία του αναπνευστήρα (ventilator-associated pneumonia), μία πνευμονική λοίμωξη που εμφανίζεται όταν εισέλθουν βακτήρια στον πνεύμονα δια μέσου του αναπνευστήρα.

Αυτό δεν συμβαίνει αποκλειστικά στους ασθενείς με COVID-19, αλλά και σε άλλες παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος.

Οι ασθενείς με COVID-19 διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο για διάφορες άλλες λοιμώξεις, όπως για παράδειγμα οι λοιμώξεις του ουροποιητικού ή οι λοιμώξεις του αίματος. Αυτό συμβαίνει γιατί οι ασθενείς αυτοί έχουν συνήθως ενδοφλέβιους καθετήρες, οι οποίοι μπορεί να μολυνθούν με βακτήρια.

Ορισμένοι ειδικοί, μεταξύ των οποίων και ο Dr Matthew Grant, ένας ειδικός λοιμωξιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Yale, πιστεύουν ότι κάποιες θεραπείες που χρησιμοποιούνται στους ασθενείς με COVID-19 μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο δευτερογενών λοιμώξεων.

Τα στεροειδή, για παράδειγμα, τα οποία συχνά χορηγούνται σε ασθενείς με σοβαρή λοίμωξη από COVID-19, έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο βακτηριακών λοιμώξεων.

Ένα άλλο ανοσοκατασταλτικό φάρμακο που λέγεται τοκιλιζουμάμπη, το οποίο χορηγείται επίσης στους ασθενείς με COVID-19, έχει συνδεθεί από αρκετές έρευνες με αυξημένο κίνδυνο βακτηριακών λοιμώξεων.

Πώς Επηρεάζεται ο COVID-19 από τις Δευτερογενείς Βακτηριακές Λοιμώξεις;

Οι ασθενείς που νοσηλεύονται με σοβαρή λοίμωξη από COVID-19 παρουσιάζουν συνήθως εκτεταμένες βλάβες στους πνεύμονες, γεγονός που τους καθιστά περισσότερο ευάλωτους σε επιβλαβή παθογόνα.

Όταν ένας υγιής άνθρωπος εισπνέει ένα παθογόνο (κάτι που συμβαίνει πολύ συχνά), το ανοσοποιητικό σύστημα ενεργοποιείται και το καταστρέφει άμεσα, σύμφωνα με την Detweiler.

«Στους ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση, το ανοσοποιητικό σύστημα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα παραπάνω παθογόνα, τα οποία μπορεί να βρίσκονται οπουδήποτε», είπε η επιστήμονας.

Το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών που παρουσιάζουν σοβαρή νόσηση με COVID-19 παρουσιάζει μία καταιγίδα κυτταροκινών, δηλαδή μία κατάσταση κατά την οποία ενεργοποιείται υπερβολικά και προκαλεί διάχυτη φλεγμονή στον οργανισμό.

Μία δευτερογενής φλεγμονή μπορεί να επιδεινώσει ακόμα περισσότερο την καταιγίδα κυτταροκινών.

«Η καταιγίδα κυτταροκινών επιδεινώνεται πάντοτε από τις δευτερογενείς λοιμώξεις με αποτέλεσμα η φλεγμονώδης απόκριση να ενισχύεται», είπε η Detweiler.

Ο οργανισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά ένα παθογόνο χωρίς να καταστρέψει και ορισμένα δικά του κύτταρα, εξήγησε η Detweiler, ωστόσο θα πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία.

Η υπερβολική ανοσιακή απόκριση μπορεί να καταστρέψει υπερβολικό αριθμό υγιών κυττάρων με αποτέλεσμα να προκληθούν βλάβες στους ιστούς.

Το ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί επίσης να κατασταλεί και να είναι λιγότερο αποτελεσματικό αν η υπερβολική του ενεργοποίηση έχει παρατεταμένη διάρκεια, κάτι που συμβαίνει συχνά στη σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Ορισμένα Παθογόνα είναι Ανθεκτικά στις Θεραπείες

Αν και ορισμένες βακτηριακές λοιμώξεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με αντιβιοτικά, άλλες είναι πιο ανθεκτικές στις αντιμικροβιακές θεραπείες που χρησιμοποιούνται συχνότερα.

Όπως τόνισε ο Grant, αρκετές ΜΕΘ σήμερα φιλοξενούν αρκετά πολυανθεκτικά παθογόνα.

«Μετά από 1 εβδομάδα στη ΜΕΘ, το φυσιολογικό μικροβίωμα του οργανισμού έχει αντικατασταθεί με πολυανθεκτικά βακτήρια», δήλωσε ο επιστήμονας.

Οι γιατροί έχουν ανακαλύψει ήδη αρκετά διαφορετικά είδη παθογόνων στους ασθενείς με COVID-19 που έχουν δευτερογενείς λοιμώξεις, το συχνότερο από τα οποία είναι το Acinetobacter baumannii (A baumannii).

Το A baumannii, το οποίο προκαλεί λοιμώξεις στο αίμα, τον ουροποιητικό σωλήνα και τους πνεύμονες, είναι από τα πλέον ανθεκτικά βακτήρια.

Το είδος αυτό των βακτηρίων συχνά είναι δύσκολο ή ακόμα και αδύνατο να αντιμετωπιστεί.

Οι Υπερλοιμώξεις Αποτελούν Κομμάτι ενός Μεγαλυτέρου Προβλήματος

Όπως τόνισε η Detweiler, οι ειδικοί που ασχολούνται με τα μικρόβια έχουν προβλέψει ότι τα βακτήρια που προκαλούν δευτερογενείς λοιμώξεις αναμένεται να γίνουν πιο ανθεκτικά στο μέλλον.

Δυστυχώς, οι προσπάθειες που έχουν γίνει σήμερα για την ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τα παραπάνω παθογόνα, δεν έχουν στεφθεί με επιτυχία.

Χωρίς μία νέα τάξη αντιβιοτικών, οι γιατροί δεν θα μπορούν να βοηθήσουν ορισμένους ασθενείς που καταλήγουν από δευτερογενείς λοιμώξεις, είτε αυτές συνοδεύουν τον COVID-19 είτε άλλες λοιμώξεις όπως η γρίπη.

«Ο COVID-19 βοήθησε να αναδειχθεί το σημαντικό αυτό πρόβλημα», κατέληξε η Detweiler.

Φωτογραφία: NIAID