Ένα αντίσωμα που ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά σε δείγμα αίματος ενός ασθενούς που ανάρρωσε από τον SARS το 2003, μπορεί να αναστείλει τον πολλαπλασιασμό όλων των κορονοϊών της ίδιας οικογενείας, στην οποία ανήκει και ο SARS-CoV-2.

Το αντίσωμα αυτό λέγεται S309 και εξετάζεται πλέον ως προς την αποτελεσματικότητά του για την αντιμετώπιση του COVID-19.

Οι επιστήμονες της εταιρίας ViR Biotechnology έχουν ήδη εξετάσει το αντίσωμα στο εργαστήριο και δημοσίευσαν τις παρατηρήσεις τους στο επιστημονικό περιοδικό Nature στις 18 Μαΐου.

Οι συγγραφείς της παραπάνω έρευνας ήταν οι David Veesler, αναπληρωτής καθηγητής βιοχημείας στο University Washington School of Medicine και Davide Corti από το Human Biomed SA, μία θυγατρική της Vir.

Οι επικεφαλής της έρευνας ήταν οι Dora Pinto και Martina Beltramello της Humabs και οι Young-Jun Park και Lexi Walls από το Veesler lab. Οι παραπάνω επιστήμονες μελετούν εδώ και αρκετά χρόνια αρκετούς κορονοϊούς και συγκεκριμένα τη δομή, τη λειτουργία και τον τρόπο που αυτοί προκαλούν λοιμώξεις.

«Θα πρέπει να δείξουμε ότι το αντίσωμα αυτό έχει προστατευτική δράση και στους ζωντανούς οργανισμούς, κάτι που ακόμα δεν έχει επιβεβαιωθεί», είπε ο Veesler.

«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εργαλεία ή φάρμακα με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα ενάντια στον κορονοϊό που προκαλεί τον COVID-19», πρόσθεσε. Αν αποδειχθεί ότι το αντίσωμα μπορεί να αντιμετωπίσει τον SARS-CoV-2 στον άνθρωπο, τότε θα μπορεί να ενταχθεί στα όπλα των γιατρών για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Όπως τόνισε ο Veesler, το εργαστήριό του δεν είναι το μοναδικό που εξετάζει αδρανοποιητικά αντισώματα για τη θεραπεία του COVID-19. Η διαφορά του αντισώματος S309 σε σχέση με αυτά που εξετάζονται από άλλες ερευνητικές ομάδες είναι ότι το αντίσωμα αυτό παρατηρήθηκε για πρώτη φορά πριν από 17 χρόνια σε έναν ασθενή που ανάρρωσε από SARS.

«Αυτό μας έχει επιτρέψει να κινηθούμε με μεγαλύτερη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες ερευνητικές ομάδες», είπε ο Veesler.

Οι επιστήμονες ταυτοποίησαν αρκετά μονοκλωνικά αντισώματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από τα Β κύτταρα μνήμης του ασθενούς με SARS. Τα Β κύτταρα μνήμης σχηματίζονται μετά την αποδρομή μίας ιογενούς λοίμωξης και συχνά παραμένουν στον οργανισμό εφ’ όρου ζωής. Έχουν επίσης την ικανότητα να «θυμούνται» συγκεκριμένα παθογόνα ή άλλα παρόμοια μικρόβια τα οποία ο οργανισμός αντιμετώπισε στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να ξεκινούν άμεσα την παραγωγή αντισωμάτων σε μία μελλοντική επανέκθεση.

Εξετάζοντας τα αντισώματα που παράγονται από τα Β κύτταρα μνήμης του ασθενούς, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα στοχεύουν μία συγκεκριμένη πρωτεϊνική δομή των κορονοϊών. Η δομή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς επιτρέπει στους κορονοϊούς να αναγνωρίζουν ένα υποδοχέα των κυττάρων, να προσδένονται σε αυτόν και στη συνέχεια να απελευθερώνουν το γενετικό υλικό τους στο κύτταρο αυτό. Όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, η δομή αυτή βρίσκεται στην πρωτεΐνη spike του ιού.

Το αντίσωμα S309 μπορεί να στοχεύσει και να απενεργοποιήσει την πρωτεΐνη spike με μεγάλη αποτελεσματικότητα, αποτρέποντας έτσι την είσοδο του ιού στα κύτταρα. Μπορεί επίσης να αδρανοποιήσει εντελώς τον ιό SARS-CoV-2 μέσω πρόσδεσης με ένα τμήμα της πρωτεΐνης spike που βρίσκεται κοντά στο σημείο πρόσδεσης.

Εξετάζοντας το αντίσωμα με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι μπορεί να αναγνωρίσει ένα σημείο πρόσδεσης που βρίσκεται και σε άλλους ιούς, εκτός των SARS-CoV και SARS-CoV-2. Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που το αντίσωμα αυτό είναι αποτελεσματικό και ενάντια σε άλλους κορονοϊούς.

Ο συνδυασμός του αντισώματος S309 με άλλα αντισώματα που ανευρέθηκαν στον ιδιο ασθενή ενίσχυσε μάλιστα την αδρανοποίηση του κορονοϊού που ευθύνεται για τον COVID-19.

Το παραπάνω κοκτέιλ αντισωμάτων είναι πιο αποτελεσματικό καθώς ο ιός πρέπει να καταφέρει να υπερνικήσει περισσότερα από 1 αντισώματα με κάθε μετάλλαξή του.

Οι επιστήμονες σημείωσαν ότι τα αρχικά αποτελέσματα της έρευνάς τους ανοίγουν το δρόμο για τη χρήση του αντισώματος S309 είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα. Όπως υποστηρίζουν, έχει δυνητικά χρησιμότητα και ως προληπτική αγωγή σε ασθενείς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, όσο και ως θεραπεία για τον περιορισμό της νόσησης σε ασθενείς που έχουν ήδη μολυνθεί.