Καθώς τα περιστατικά του COVID-19 παγκοσμίως έχουν ήδη ξεπεράσει τα 4 εκατομμύρια, αρκετοί πιστεύουν ότι η έλευση του καλοκαιριού στο Βόρειο Ημισφαίριο θα περιορίσει την εξάπλωση του ιού.

Μία νέα έρευνα από τον Καναδά, ωστόσο, δείχνει ότι αυτό μάλλον δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς η εξάπλωση του SARS-CoV-2 δεν επηρεάζεται από τη θερμοκρασία ή το υψόμετρο.

Αν και τα δεδομένα της έρευνας είναι πρώιμα, δείχνουν ότι κατά πάσα πιθανότητα ο ιός μεταδίδεται εξίσου εύκολα στις υψηλές θερμοκρασίες.

«Η πρώτη μελέτη που κάναμε είχε δείξει ότι τόσο η θερμοκρασία όσο και το υψόμετρο μπορεί να επηρεάζουν την εξάπλωση του ιού», είπε ο Peter Juni από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο.

«Ωστόσο, όταν επαναλάβαμε την έρευνα με πιο λεπτομερή δεδομένα και μεγαλύτερη ακρίβεια, καταλήξαμε στο αντίθετο αποτέλεσμα».

Οι επιστήμονες συνέλεξαν δεδομένα από 144 περιοχές με τουλάχιστον 10 περιστατικά του COVID-19 και συνέκριναν το συνολικό αριθμό των περιστατικών στις 20 Μαρτίου και 1 εβδομάδα αργότερα, στις 27 Μαρτίου.

Οι χώρες στις οποίες είχε ήδη παρατηρηθεί το «peak» της πανδημίας, όπως η Κίνα, η Ιταλία και το Ιράν, εξαιρέθηκαν από την ανάλυση.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης τις προηγούμενες 14 ημέρες (στις οποίες έγινε η έκθεση των ασθενών) και κατέγραψαν τη θερμοκρασία, το υψόμετρο και την υγρασία, καθώς και αν είχε γίνει εφαρμογή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, κλείσιμο των σχολείων ή άλλων μέτρων.

«Η εξάπλωση του COVID-19 δεν συνδέθηκε με το υψόμετρο ή τη θερμοκρασία, ωστόσο διαπιστώσαμε (αρνητική) σύνδεση με τη σχετική ή την απόλυτη υγρασία», είπαν οι επιστήμονες.

«Επιπλέον, τα μέτρα πρόληψης και κοινωνικής αποστασιοποίησης συνδέθηκαν έντονα με περιορισμό εξάπλωσης της επιδημίας».

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η απαγόρευση των συναθροίσεων με πολλά άτομα, το κλείσιμο των σχολείων και η εφαρμογή των μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης συνδέθηκαν στο σύνολό τους με μείωση στην ταχύτητα εξάπλωσης του ιού.

Όπως πρόσθεσαν, αυτό αναδεικνύει τη σημαντικότητα των παραπάνω μέτρων, ιδιαίτερα μετά τη διαπίστωση ότι η εξάπλωση του ιού δεν επηρεάζεται από τον καιρό και τη θερμοκρασία.

«Το καλοκαίρι δεν θα βοηθήσει να περιοριστεί η πανδημία», είπε η επιδημιολόγος Dionne Gesink από το Dalla Lana School of Public Health. «Είναι σημαντικό να το γνωρίζει ο κόσμος».

«Αντιθέτως, όσο περισσότερα μέτρα εφαρμόστηκαν σε μία περιοχή, τόσο περισσότερο επιβραδύνθηκε η εξάπλωση της νόσου. Τα παραπάνω μέτρα είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς αποτελούν το μοναδικό όπλο που έχουμε σήμερα για τον περιορισμό της πανδημίας», πρόσθεσε η ίδια.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο χειμώνας δε έπαιξε κανένα ρόλο στον υψηλό αριθμό των περιστατικών που παρατηρήθηκε στην αρχή της πανδημίας. Σύμφωνα με τον Robert Redfield, διευθυντή του Centres for Disease Control and Prevention των ΗΠΑ, το χειμώνα κάθε σύστημα υγείας αντιμετωπίζει ιδιαίτερο φόρτο εργασίας εξ’ αιτίας της γρίπης και άλλων παθήσεων που εμφανίζονται την εποχή αυτή.

Οι επιστήμονες τόνισαν, ωστόσο, ότι δεν ήταν δυνατό να γίνει προσαρμογή για όλους τους παράγοντες που ενδεχομένως επηρέασαν τα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, δεν κατάφεραν να εξετάσουν ποιο ήταν το ποσοστό λανθασμένων διαγνώσεων σε κάθε περιοχή ούτε σε πιο βαθμό εφαρμόστηκαν αποτελεσματικά τα μέτρα πρόληψης.

«Η έρευνά μας προσφέρει σημαντικά δεδομένα, καθώς χρησιμοποίησε δεδομένα απ’ όλο τον κόσμο και έδειξε ότι τα μέτρα πρόληψης πράγματι περιόρισαν την εξάπλωση του COVID-19», είπε o Juni.

«Τα αποτελέσματά μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για αρκετές χώρες, ιδιαίτερα γι’ αυτές που σκοπεύουν να άρουν τα μέτρα στο προσεχές μέλλον», κατέληξε ο επιστήμονας.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Canadian Medical Association Journal.