Καθώς οι θάνατοι από τον κοροναϊό συνεχίζουν να αυξάνονται, αρκετοί πιστεύουν ότι η άνοδος της θερμοκρασίας στο Βόρειο Ημισφαίριο θα επιβραδύνει ή ακόμα και θα ανακόψει εντελώς την εξάπλωση του ιού. Την πεποίθηση αυτή ασπάζονται αρκετοί επιστήμονες οι οποίοι υποστηρίζουν μάλιστα ότι «η ζέστη επηρεάζει αρκετά αυτό το είδος των ιών». Πόσο ανταποκρίνεται, όμως, στην πραγματικότητα η παραπάνω θεωρία;

Η υπόθεση ότι την άνοιξη θα περιοριστεί η εξάπλωση του ιού πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από τις ομοιότητές της με τη γρίπη. Στην πραγματικότητα, ο COVID-19 και η γρίπη έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Τα σημαντικότερα από αυτά είναι ότι μεταδίδονται με παρόμοιο τρόπο και προκαλούν αρχικά ήπια συμπτώματα από το αναπνευστικό τα οποία μπορεί να εξελιχθούν σε απειλητική για τη ζωή πνευμονία. Ωστόσο, η μεταδοτικότητα και η σοβαρότητα του COVID-19 είναι μεγαλύτερη από αυτή της γρίπης. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε ακόμη αν η μετάδοση του SARS-CoV-2 θα επιβραδυνθεί από την άνοδο της θερμοκρασίας.

Για τη γρίπη, η αρχή της άνοιξης χαρακτηρίζεται συνήθως από μία σημαντική μείωση στον αριθμό των περιστατικών τα οποία παραμένουν χαμηλά μέχρι το φθινόπωρο που οι θερμοκρασίες αρχίζουν και πάλι να μειώνονται. Η εποχικότητα της γρίπης συνδέεται κυρίως με την ευαισθησία του ιού στην αλλαγή του κλίματος, καθώς και τις αλλαγές που συμβαίνουν στο ανοσοποιητικό σύστημα και τη συμπεριφορά μας κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Αρχικά, ο ιός της γρίπης επιβιώνει ευκολότερα στον ψυχρό και ξηρό καιρό, όταν η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία είναι μειωμένη. Δεύτερον, για αρκετούς από εμάς, η μειωμένη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία περιορίζει τα επίπεδα της βιταμίνης D και της μελατονίνης, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Τρίτον, το χειμώνα περνάμε περισσότερο χρόνο με άλλα άτομα σε εσωτερικούς χώρους, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα μετάδοσης του ιού.

Σύγκριση με τις Επιδημίες Άλλων Κοροναϊών

Πώς θα επηρεάσουν όμως οι παραπάνω παράγοντες τη μετάδοση του SARS-CoV-2; Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν και ποιες επιδράσεις έχει η θερμοκρασία και η υγρασία στον ίδιο τον κοροναϊό, ούτε στη μετάδοσή του. Ορισμένοι άλλοι κοροναϊοί είναι εποχικοί, όπως για παράδειγμα αυτοί που ευθύνονται για τα κρυολογήματα τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η επιδημία του SARS το 2002-2003 ξεκίνησε στο Βόρειο Ημισφαίριο το χειμώνα και τελείωσε τον Ιούλιο του 2003 με μία μικρής έκτασης επανεμφάνιση των περιστατικών τον επόμενο χειμώνα. Ωστόσο, τα περιστατικά του SARS έφτασαν τον υψηλότερο αριθμό τους το Μάιο, ενώ το τέλος της επιδημίας τον Ιούλιο μπορεί να ήταν απλά αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων περιορισμού και όχι των επιδράσεων του καιρού στη μετάδοση του ιού. Ένας άλλος κοροναϊός, ο MERS, είχε εξαπλωθεί περισσότερο στις χώρες με θερμό κλίμα.

Όσο για τη γρίπη, η πανδημία του 2009-2010 ξεκίνησε την άνοιξη και ενισχύθηκε τους καλοκαιρινούς μήνες, φτάνοντας στην κορύφωσή της τον επόμενο χειμώνα. Αυτό δείχνει ότι σε καταστάσεις πανδημίας, ο υψηλός αριθμός των περιστατικών σε αρκετές χώρες μπορεί να διευκολύνει τη συνεχή μετάδοση του ιού και το καλοκαίρι, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η εποχικότητα που παρατηρείται σε επιδημίες μικρότερης κλίμακας. Καθώς ο COVID-19 έχει ήδη φτάσει στο στάδιο της πανδημίας σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, αρκετοί ειδικοί πιστεύουν ότι μπορεί να μην υπάρχει μείωση των περιστατικών το καλοκαίρι.

Κατά συνέπεια, ακόμα κι αν ο θερμότερος καιρός περιορίσει τη μετάδοση του ιού στο Βόρειο Ημισφαίριο (με παράλληλη αύξηση των περιστατικών στο Νότιο Ημισφαίριο), η πιθανότητα να ανακοπεί η εξάπλωση του ιού από τον καιρό είναι πολύ μικρή.

Βιβλιογραφία: The Conversation