Η υψηλή αρτηριακή πίεση, ιδιαίτερα αυτή που εμφανίζεται χωρίς συμπτώματα ή προειδοποιητικά σημεία, μπορεί να προκαλέσει βλάβες στα αγγεία, την καρδία, τους οφθαλμούς και τους νεφρούς. Εκτιμάται ότι το 46% των ενηλίκων στο δυτικό κόσμο σήμερα πάσχει από αυτή τη νόσο. Ένας συνδυασμός ανθυγιεινών συνηθειών, όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή και η έλλειψη φυσικής άσκησης μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Αν και η νεφρική νόσος μπορεί να προκαλέσει αύξηση της αρτηριακής πίεσης, για τους περισσότερους ανθρώπους η αιτία είναι άγνωστη.

Ωστόσο, για περίπου 1 στους 15 ασθενείς με υπέρταση, ενοχοποιείται η ανισορροπία στα επίπεδα μίας ορμόνης, της αλδοστερόνης. Το πρόβλημα αυτό είναι ακόμα συχνότερο σε ασθενείς με φτωχά ρυθμισμένη υπέρταση (γνωστή και ως ανθεκτική υπέρταση). «Στους ασθενείς αυτούς, μέχρι και το 20% μπορεί να έχει αυξημένα επίπεδα αλδοστερόνης», υποστηρίζει η Δρ Γκέιλ Άντλερ, διευθύντρια καρδιαγγειακής ενδοκρινολογίας.

Η αλδοστερόνη αποτελεί σημαντικό ρυθμιστή του νατρίου και του καλίου στον οργανισμό, όπως εξηγεί. Όταν βρισκόμαστε στην έρημο, ο οργανισμός χρειάζεται την αλδοστερόνη για να διατηρήσει το νάτριο και το νερό προκειμένου να διατηρήσει την αρτηριακή πίεση σε φυσιολογικά επίπεδα. Ωστόσο, οι υπερβολικά αυξημένες ποσότητες αλδοστερόνης προκαλούν κατακράτηση νατρίου και νερού από τους νεφρούς. Η περίσσεια των παραπάνω καταλήγει συχνά στην κυκλοφορία του αίματος, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης, είπε η Δρ Άντλερ.

Αίτια της αυξημένης αλδοστερόνης

Τα τριγωνικού σχήματος επινεφρίδια, τα οποία βρίσκονται πάνω από τον κάθε νεφρό, παράγουν διάφορες ορμόνες, μεταξύ των οποίων και η αλδοστερόνη. Όταν οι αδένες αυτοί παράγουν αυξημένες ποσότητες αλδοστερόνης, εμφανίζεται μία πάθηση γνωστή ως πρωτοπαθής αλδοστερονισμός. Ένα συχνό αίτιο του παραπάνω είναι ένας καλοήθης (μη καρκινικός) όγκος στο ένα επινεφρίδιο, φαινόμενο γνωστό ως σύνδρομο Conn. Ορισμένοι παρουσιάζουν επίσης ιδιοπαθή αλδοστερονιμό, πάθηση που χαρακτηρίζεται από υπερλειτουργία και των δύο επινεφριδίων για άγνωστα αίτια.

Τα επινεφρίδια που υπερλειτουργούν είχαν θεωρηθεί στο παρελθόν σπάνιο αιτίο υπέρτασης. «Σήμερα ωστόσο γνωρίζουμε ότι ο πρωτοπαθής αλδοστερονισμός αποτελεί απλά την κορυφή του παγόβουνου», είπε η Δρ Άντλερ. Διάφορες επιδράσεις μπορεί να οδηγούν στην εμφάνιση του προβλήματος, καθώς ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν παρουσιάζει συμπτώματα.

Άλλες επιδράσεις

Το συνεχώς αυξανόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον για την αλδοστερόνη την τελευταία δεκαετία οδήγησε στην ανακάλυψη υποδοχέων γι’αυτή όχι μόνο στους νεφρούς, αλλά και στα λευκά αιμοσφαίρια, τα λιπώδη κύτταρα και τα κύτταρα των καρδιακών μυών. Όλο και περισσότερα δεδομένα δείχνουν επίσης ότι η αυξημένη ποσότητα αλδοστερόνης μπορεί να επηρεάζει την καρδιά με άλλους τρόπους εκτός της αυξημένης αρτηριακής πίεσης.

Για παράδειγμα, τα αυξημένα επίπεδα αλδοστερόνης μπορεί να προκαλούν πύκνωση και ούλωση στους ιστούς των καρδιακών μυών, φαινόμενο γνωστό ως καρδιακή ίνωση. Τα αυξημένα επίπεδα αλδοστερόνης μπορεί να συμβάλουν επίσης στην εμφάνιση στεφανιαίας μικροαγγειακής νόσου, η οποία χαρακτηρίζεται από βλάβες στα τοιχώματα των μικρών αρτηριών της καρδίας. Η πάθηση αυτή είναι συχνότερη στις γυναίκες και τους διαβητικούς και προκαλεί συμπτώματα καρδιακής νόσου, όπως στηθάγχη, δύσπνοια και αίσθημα κόπωσης. Πρόσφατες έρευνες από την Δρ Άντλερ και τους συνεργάτες της διαπίστωσαν ότι η σπιρονολακτόνη, ένα παλαιότερο φάρμακο για την υπέρταση που αποκλείει την αλδοστερόνη, βελτιώνει τη ροή του αίματος μέσω των αρτηριών της καρδίας στους ασθενείς με διαβήτη.

Επιπλέον, ορισμένες στατίνες μπορούν με τη σειρά τους να περιορίσουν τα επίπεδα της αλδοστερόνης. Η μείωση αυτή, σε συνδυασμό με τη μείωση της χοληστερόλης που προκαλούν οι στατίνες, μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση των καρδιαγγεικών νόσων, είπε η Δρ Άντλερ.

Ποιος πρέπει να κάνει εξετάσεις;

Ένα από τα συμπτώματα του υπεραλδοστερονισμού είναι τα χαμηλά επίπεδα καλίου στο αίμα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα όπως αδυναμία, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού και κράμπες των μυών. Οι ασθενείς με υψηλή αρτηριακή πίεση και χαμηλό κάλιο ίσως χρειάζεται να κάνουν εξετάσεις αίματος για την αλδοστερόνη και ρενίνη, μία πρωτεΐνη που παράγεται από τους νεφρούς.

Μία μαγνητική ή αξονική τομογραφία μπορεί να αποκαλύψει ένα όγκο στα επινεφρίδια. Τα δείγματα αίματος που λαμβάνονται τόσο από την αριστερή όσο και από τη δεξιά επινεφριδιακή φλέβα μπορούν να δείξουν ποιο επινεφρίδιο παράγει τις αυξημένες ποσότητες αλδοστερόνης. Μία μικρή επέμβαση αφαίρεσης του αδένα που επηρεάζεται συχνά διορθώνει τόσο την αρτηριακή πίεση όσο και τα χαμηλά επίπεδα καλίου.

Η αυξημένη δραστηριότητα και των δύο αδένων αντιμετωπίζεται συνήθως με σπιρονολακτόνη ή επλερενόνη. Τα δύο παραπάνω φάρμακα αποκλείουν  τη δράση της αλδοστερόνης στους νεφρούς και τα υπόλοιπα όργανα του σώματος.

Βιβλιογραφία: Harvard Health