100 χρόνια μετά την ανακάλυψη των βιταμινών, τα συμπληρώματα που τις περιέχουν, αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας για πολλούς από εμάς. Η βιταμίνη D, γνωστή και ως βιταμίνη του ήλιου, είναι η πλέον δημοφιλής και πιστεύεται ότι προσφέρει τα περισσότερα αποδεδειγμένα οφέλη.

Διάφορες κυβερνήσεις και οργανισμοί υγείας έχουν δηλώσει στο παρελθόν ότι τα στοιχεία σχετικά με τα οφέλη από τη βιταμίνη D είναι τόσο πολυάριθμα, ώστε κάθε ενήλικας πρέπει να λαμβάνει ένα συμπλήρωμα της συγκεκριμένης βιταμίνης για τουλάχιστον 6 μήνες κάθε έτος.

Η βιταμίνη D χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Βικτωριανή εποχή για την αντιμετώπιση της ραχίτιδας στα παιδιά. Σήμερα, χορηγείται τυπικά για την πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης και των καταγμάτων.

Αρκετές έρευνες παρτήρησης έχουν συνδέσει τη βιταμίνη D με μία σειρά από οφέλη στην αντιμετώπιση και πρόληψη άλλων παθήσεων, από την κατάθλιψη μέχρι τον καρκίνο.

Η μεγαλύτερη έρευνα, ωστόσο, σχετικά με τα οφέλη της βιταμίνης D στην πρόληψη των καταγμάτων δημοσιεύτηκε προσφάτως στο BMJ. Η έρευνα περιελάμβανε συνολικά πάνω από 500.000 άτομα από αρκετές διαφορετικές χώρες.

Καθώς τα επίπεδα της βιταμίνης D εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν γενετικούς δείκτες για τα επίπεδα της βιταμίνης D στο αίμα (μία μέθοδο που λέγεται Μεντελική Τυχαιοποίηση) για να αποφύγουν συχνά λάθη που γίνονται στις έρευνες παρατήρησης, όπως η σύγχυση της σχέσης αιτίας-αποτελέσματος για τις νόσους που εξετάζονται, αλλά και η επίδραση του τρόπου ζωής.

Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της βιταμίνης D στο σύνολο της ζωής ενός ατόμου και του κινδύνου καταγμάτων. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής έρχονται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη για τη βιταμίνη D, ωστόσο επιβεβαιώνουν τις παρατηρήσεις αρκετών προσφάτων ερευνών.

Το 2014, μία μελέτη και μετα-ανάλυση 32 ερευνών για τα συμπληρώματα βιταμίνης D δεν παρατήρησαν επίδραση στον κίνδυνο καταγμάτων. Αρκετές από τις αντιλήψεις που έχουμε σήμερα σχετικά με τα οφέλη της βιταμίνης D, προέρχονται από έρευνες σε γηροκομεία που είχαν γίνει τη δεκαετία του 1980. Τα αποτελέσματα των παραπάνω ερευνών δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ από μεταγενέστερες έρευνες και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν λανθασμένα.

Σε μία πιο πρόσφατη μετα-ανάλυση 33ων τυχαιοποιημένων μελετών με περισσότερους από 50.000 ηλικιωμένους, τα συμπληρώματα με ασβέστιο και βιταμίνη D δεν φάνηκε να επηρεάζουν τη συχνότητα των καταγμάτων. Δεν υπήρχαν επίσης οφέλη στη μυϊκή δύναμη ή την κινητικότητα.

Φαίνεται επομένως, ότι όλα τα δεδομένα δείχνουν ότι η βιταμίνη D δεν προσφέρει οφέλη στην πρόληψη των καταγμάτων. Άρα υπάρχει λόγος ανησυχίας για το μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που έχει χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα; Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D έχει λάβει σήμερα διαστάσεις επιδημίας καθώς επηρεάζει το 1/5 σχεδόν του πληθυσμού στο δυτικό κόσμο. Τα άτομα αυτά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο ή άλλες νόσους;

Τι θεωρείται ανεπάρκεια;

Αναφορικά με το τι θεωρείται ανεπάρκεια βιταμίνης D δεν υπάρχουν ακόμα σαφή όρια. Διάφοροι οργανισμοί υγείας θεωρούν φυσιολογικά τα επίπεδα μεταξύ 50 και 80 nmol/l, ωστόσο πιο πρόσφατες έρευνες συνιστούν ότι τα 30 nmol/l είναι επαρκή.

Τα όρια της κλινικής ανεπάρκειας (<10nmol/l) είναι γενικώς αποδεκτά. Ωστόσο, αρκετοί ασθενείς θεωρούνται ότι πάσχουν από ανεπάρκεια βιταμίνης D ενώ έχουν τιμές υψηλότερες από το παραπάνω όριο. Αυτό συχνά οδηγεί σε στρες και λήψη περιττών φαρμάκων. Οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι το ασβέστιο και η βιταμίνη D είναι ασφαλή, επομένως λαμβάνουν μεγάλες ποσότητες των παραπάνω. Σύμφωνα με δεδομένα τελευταίων ερευνών, ωστόσο, τα συμπληρώματα ασβεστίου, όχι μόνο δεν βοηθούν στην πρόληψη των καταγμάτων, αλλά αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου. Ως αποτέλεσμα, η χορήγηση των παραπάνω συμπληρωμάτων έχει αρχίσει να μειώνεται.

Η βιταμίνη D με τη σειρά της, είναι λιποδιαλυτή με αποτέλεσμα να μπορεί να αποθηκευτεί σε μεγάλες ποσότητες στον οργανισμό. Αν και οι οδηγίες για τα συμπληρώματα βιταμίνης D συνιστούν μικρές δόσεις (10μgr ή 400 διεθνείς μονάδες (IU)), οι περισσότεροι αγνοούν ότι λαμβάνουν ήδη ποσότητες της συγκεκριμένης βιταμίνης από τη διατροφή τους, όπως για παράδειγμα από το γάλα, το χυμό πορτοκαλιού και το ψωμί. Ένα γεγονός που προκαλεί ανησυχία είναι ότι αρκετοί προμηθεύονται συμπληρώματα με μεγάλη περιεκτικότητα βιταμίνης D (4000-20000 IU) από το διαδίκτυο.

Τελευταία, τα ποσοστά ασθενών με πολύ υψηλά επίπεδα βιταμίνης D (>100nmol) αυξάνονται συνεχώς. Περιστατικά δηλητηρίασης από υπερβολική δόση βιταμίνης D αναφέρονται όλο και πιο συχνά. Ορισμένες τυχαιοποιημένες μελέτες έχουν δείξει επίσης ότι οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα βιταμίνης D στο αίμα έχουν αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων. Η βιταμίνη D δεν είναι καθόλου ασφαλής.

Κατά συνέπεια δεν συνίσταται πλέον για την αντιμετώπιση ή πρόληψη και άλλων παθήσεων. Η μεγάλη πλειοψηφία των ερευνών για τις θετικές επιδράσεις της βιταμίνης D σε 137 παθήσεις, επανεξετάστηκαν και αμφισβητήθηκε έντονα η εγκυρότητά τους. Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι τα συμπληρώματα βιταμίνης D βοηθούν στην πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων, ωστόσο πρόσφατες μετα-αναλύσεις και μεγάλης κλίμακας γενετικές μελέτες δεν επιβεβαίωσαν τον παραπάνω ισχυρισμό.

Ψευδο-νόσος

Φαίνεται έτσι ότι έχει δημιουργηθεί μία ακόμα ψευδο-νόσος η οποία υποστηρίζεται από εταιρίες βιταμινών, ομάδες ασθενών, παρασκευαστές τροφίμων, δημόσιους οργανισμούς υγείας και φιλανθωπίες. Όλοι οι παραπάνω πιστεύουν ή θέλουν να πιστεύουν σε ένα θαυματουργό χάπι βιταμίνης και νιώθουν ότι συμβάλλουν σε μία προσπάθεια.

Η βιταμίνη D, έχει χάσει αρκετή από την μέχρι πρότινος αίγλη της, με αποτέλεσμα πλέον να μην μπορεί να θεωρείται βιταμίνη καθώς οι δόσεις που χρειάζεται είναι πολύ μεγάλες, ο οργανισμός μπορεί να την παράγει μόνος του από το δέρμα και αποτελεί πρόδρομη μορφή στεροειδών. Αντί επομένως να βασίζονται σε συμπληρώματα, οι υγιείς ενήλικες πρέπει να παράγουν την απαραίτητη βιταμίνη D από την καθημερινή έκθεση στον ήλιο καθώς και από τα τρόφιμα, όπως τα ψάρια, το λάδι, τα μανιτάρια και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Δεν πρέπει να αγνοήσουμε επίσης ότι μέσα στα χιλιάδες χρόνια της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου, ο οργανισμός έχει αναπτύξει αντισταθμιστικούς μηχανισμούς για μία μικρή πτώση στα επίπεδα της βιταμίνης D τον χειμώνα χωρίς να χρειάζεται να λάβουμε κάποιο συμπλήρωμα. Το 50% περίπου του πληθυσμού παίρνει συμπληρώματα βιταμινών καθημερινά, παρά το γεγονός όι υπάρχουν σχεδόν μηδενικά οφέλη και αρκετές ενδείξεις για πιθανούς κινδύνους. Η παγκόσμια τάση από τις διάφορες εταιρίες να προσθέτουν βιταμίνες χωρίς περιορισμούς σε διάφορα τρόφιμα αμφισβητείται πλέον έντονα.

Αν και η βιταμίνη D έχει θεραπευτική χρησιμότητα στους ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια, οι υπόλοιποι πρέπει να αποφεύγουμε τη χρήση αυτού του στεροειδούς και να επικεντρωθούμε σε έναν υγιεινό τρόπο ζωής, στην έκθεση στον ήλιο και στην κατανάλωση υγιεινών τροφίμων.

Βιβλιογραφία: ScienceAlert