Το σταθερό πρόγραμμα ύπνου έχει προστατευτικές δράσεις για τη μεταβολική υγεία. Όπως παρατήρησε μία νέα έρευνα, αν κοιμόμαστε και ξυπνάμε τις ίδιες ώρες κάθε μέρα, έχουμε μειωμένη πιθανότητα να παρουσιάσουμε τους παράγοντες κινδύνου που συνδέονται με το μεταβολικό σύνδρομο, όπως η υπέρταση, η παχυσαρκία και η υψηλή χοληστερόλη.

Το μεταβολικό σύνδρομο αποτελεί ένα σύνολο παραγόντων κινδύνου που αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, εγκεφλαικού επεισοδίου, καρδιαγγειακής νόσου και άλλων σοβαρών νόσων.

Οι ερευνητές της παρούσας μελέτης εξέτασαν τη σύνδεση ανάμεσα στο πρόγραμμα ύπνου και την εμφάνισης μεταβολικών παραγόντων κινδύνου σε 2.003 εθελοντές ηλικίας 45-84 ετών.

Όπως διαπίστωσαν, για κάθε 1 ώρα αλλαγής στην ώρα που πέφτουμε για ύπνο ή τη διάρκεια του ύπνου, ο κίνδυνος μεταβολικών παραγόντων κινδύνου αυξάνεται κατά 23%.

Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το National Heart, Lung and Blood Institute (NHLBI) των ΗΠΑ και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Diabetes Care.

«Αρκετές προηγούμενες έρευνες έδειξαν ότι η μικρή διάρκεια του ύπνου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη και άλλων μεταβολικών διαταραχών», είπε ο Τιάνι Χουάνγκ, επικεφαλής της έρευνας και επιδημιολόγος στο Brigham and Women’s Hospital στη Βοστόνη.

Οι έρευνες αυτές δεν είχαν δείξει ωστόσο αν η αλλαγή στην ώρα που πέφτουμε για ύπνο αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου.

«Η έρευνά μας δείχει ότι, ακόμα και αν λάβουμε υπόψη τη διάρκεια του ύπνου καθώς και άλλους παράγοντες κινδύνου, για κάθε 1 ώρα διαφορά στην ώρα που πέφτουμε για ύπνο, οι αρνητικές μεταβολικές επιδράσεις πολλαπλασιάζονται», πρόσθεσε ο Χουάνγκ.

Μεταβολικό Σύνδρομο και Παράγοντες Κινδύνου

Το μεταβολικό σύνδρομο αποτελείται από 5 παράγοντες κινδύνου.

Είναι δυνατό κάποιος να έχει έναν μόνο παράγοντα κινδύνου, ωστόσο αυτό είναι αρκετά σπάνιο καθώς η παρουσία ενός παράγοντα αυξάνει την πιθανότητα να υπάρχουν και κάποιοι από τους υπολοίπους. Η διάγνωση του μεταβολικού συνδρόμου τίθεται όταν υπάρχουν τρεις ή περισσότεροι παράγοντες κινδύνου.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν το National Cholesterol Education Program Adult Treatment Panel III για να καθορίσουν τους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Συνοπτικά, οι παράγοντες αυτοί ήταν:

  • Η περιφέρεια μέσης ίση ή μεγαλύτερη από 102εκ. για τους άνδρες ή 88εκ. για τις γυναίκες
  • Τα επίπεδα τριγλυκεριδίων αίματος πάνω από 150 mg/dl
  • Τα επίπεδα HDL χοληστερόλης κάτω από 40 mg/dl για τους άνδρες ή κάτω από 50 mg/dl για τις γυναίκες
  • Η αρτηριακή πίεση πάνω από 130/85 mmHg
  • Τα επίπεδα γλυκόζης αίματος νηστείας πάνω από 100 mg/dl

Η περιφέρεια μέσης αποτελεί μέτρο της κεντρικής παχυσαρκίας. Το αυξημένο λίπος στην περιοχή του στομάχου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου περισσότερο σε σχέση με το λίπος στους γλουτούς ή σε άλλα σημεία του οργανισμού.

Η HDL βοηθά στην απομάκρυνση της χοληστερόλης από τις αρτηρίες. Αν οι ποσότητές της είναι χαμηλές, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Η αρτηριακή πίεση αποτελεί μέτρο της πίεσης που ασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών όταν η καρδιά αντλεί αίμα. Αν αυτή είναι αυξημένη, υπάρχει υψηλός κίνδυνος σχηματισμού πλακών στις αρτηρίες, γεγονός που οδηγεί σε καρδιακές βλάβες.

Η γλυκόζη αίματος νηστείας πάνω από 100 mg/dl αποτελεί πρώιμο σημείο του διαβήτη. Ο κίνδυνος καρδιακής νόσου ή άλλων παθήσεων του καρδιαγγειακού αυξάνεται σημαντικά με το διαβήτη.

Ισχυρές Ενδείξεις Σχέσης Αιτίας-Αποτελέσματος

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από άνδρες και γυναίκες που είχαν λάβει μέρος στο Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis.

Ανάμεσα στα έτη 2010 και 2013, οι εθελοντές φόρεσαν ειδικά βραχιόλια καταγραφής για 7 ημέρες. Τα βραχιόλια αυτά κατέγραψαν τις συνήθειες του ύπνου των εθελοντών για το παραπάνω διάστημα. Οι εθελοντές απάντησαν επίσης σε ερωτηματολόγια σχετικά με τον ύπνο, τον τρόπο ζωής και την υγεία τους και διατήρησαν ημερολόγιο ύπνου.

Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 6 χρόνια (μέχρι το 2016-2017), στο τέλος της οποίας οι ερευνητές εξέτασαν αν είχαν εμφανιστεί «μεταβολικές ανωμαλίες».

Ο Μάικλ Τουέρι, διευθυντής στο National Center on Sleep Disorders Research του NHLBI, είπε ότι ένα από τα θετικά της έρευνας ήταν ότι χρησιμοποίησε «αντικειμενικά κριτήρια» και είχε μεγάλο αριθμό εθελοντών.

Σημείωσε επίσης ότι η έρευνα δεν εξέτασε μόνο τους παρόντες παράγοντες κινδύνου, αλλά είχε ικανοποιητική διάρκεια για να διαπιστώσει αν οι αλλαγές στο πρόγραμμα του ύπνου μπορεί να έχουν επιδράσεις στη μεταβολική υγεία αργότερα.

Όπως έδειξε η ανάλυση, οι εθελοντές με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις στην ώρα που πήγαιναν για ύπνο, καθώς και τη διάρκεια του ύπνου, ήταν αυτοί που είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης μεταβολικών παραγόντων κινδύνου. Η σύνδεση ήταν επίσης ανεξάρτητη από τη μέση διάρκεια ύπνου.

Όταν εξέτασαν τα δεδομένα στο τέλος της έρευνας (δηλαδή μετά το 2016-2017), οι ερευνητές παρατήρησαν την ίδια σύνδεση. Οι εθελοντές με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις στο πρόγραμμα ύπνου είχαν επίσης αυξημένο κίνδυνο μεταβολικών παθήσεων αργότερα.

Αν και δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος από έρευνες παρατήρησης, οι ερευνητές πιστεύουν ότι σίγουρα υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις διαταραχές στο πρόγραμμα ύπνου και το μεταβολικό σύνδρομο.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η διατήρηση ενός σταθερού προγράμματος ύπνου έχει θετικές επιδράσεις στο μεταβολισμό», είπε η Σούζαν Ρεντλάιν, μία εκ των συγγραφέων της έρευνας. «Ο ύπνος είναι ένας ακόμα παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην πρόληψη του μεταβολικού συνδρόμου», κατέληξε.