Οι καπνιστές έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν κατάθλιψη και σχιζοφρένεια, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας.

Καθώς τα ποσοστά των καπνιστών στους ασθενείς που πάσχουν από ψυχιατρικές νόσους είναι αρκετά υψηλά, μία ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ αποφάσισε να εξετάσει αν το κάπνισμα είναι αυτό που ευθύνεται για την εμφάνιση των παραπάνω νόσων ή αποτελεί απλά ένα μηχανισμό άμυνας γι’αυτές.

Το συμπέρασμά τους ήταν ότι μάλλον ισχύουν και τα δύο.

Όπως δήλωσε η επικεφαλής της έρευνας Dr Robyn Wootton, η ομάδα της κατάφερε να ανακαλύψει δεδομένα που παραπέμπουν σε σχέση αιτίας-αποτελέσματος και για τις δύο παραπάνω περιπτώσεις. Τόνισε επίσης ότι η έρευνά της ενισχύει τα δεδομένα που δείχνουν ότι το κάπνισμα μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσες ψυχιατρικές παθήσεις.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Medicine και παρακολούθησε συνολικά 462.690 εθελοντές ευρωπαϊκής καταγωγής χρησιμοποιώντας Μεντελική τυχαιοποίηση.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι καπνιστές έχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν κατάθλιψη στη μετέπειτα ζωή τους. Αντίστοιχα, οι ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι καπνιστές. Κάτι αντίστοιχο παρατηρήθηκε και για τη σχιζοφρένεια, αν και η σύνδεση γι’αυτή ήταν ασθενέστερη.

Ένα περιορισμός της έρευνας ήταν ότι εξέτασε μόνο εθελοντές από την Ευρώπη, ωστόσο οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι τα δεδομένα αρκούν για να απαγορευτεί το κάπνισμα στις ψυχιατρικές κλινικές.

Η Wootton δήλωσε ότι ακόμα δεν γνωρίζουμε μέσω ποιου μηχανισμού αυξάνεται ο κίνδυνος ψυχιατρικών νόσων από το κάπνισμα, ωστόσο πιθανώς ενοχοποιούνται οι επιδράσεις της νικοτίνης στον εγκέφαλο.

«Οι κίνδυνοι του καπνίσματος, μεταξύ των οποίων και αυτός που παρατηρήσαμε στην έρευνά μας, πρέπει να γίνονται γνωστοί σε όλους και ιδιαίτερα στα παιδιά που σκέφτονται αν θα ξεκινήσουν το τσιγάρο», είπε ο Dr Ian Hamiltom, ένας ειδικός για θέματα εθισμού και ψυχικής υγείας από το Πανεπιστήμιο του York.

Η Κάνναβη Αυξάνει Επίσης τον Κίνδυνο

Η Wootton τόνισε ότι η μελέτη της κάνναβης μπορεί να εξηγήσει σε μεγάλο βαθμό τη σύνδεση ανάμεσα στο κάπνισμα και τον αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης και σχιζοφρένειας.

Σύμφωνα με μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Lancet Psychiatry, αν και υπάρχουν οφέλη από τη χρήση της κάνναβης για τη θεραπεία της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων ψυχιατρικών νόσων, οι κίνδυνοι από τη χρήση της υπερβαίνουν τα οφέλη.

Για παράδειγμα, το THC, ένα παράγωγο της κάνναβης, χρησιμοποιείται ως φάρμακο για το άγχος και την πολλαπλή σκλήρυνση. Σύμφωνα με την έρευνα, τα δεδομένα που υποστηρίζουν τη χρήση του φαρμάκου αυτού είναι «χαμηλής ποιότητας» και ουσιαστικά η κάνναβη επιδεινώνει τις ψυχώσεις.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης 83 μελέτες στις οποίες είχαν λάβει μέρος συνολικά 3.000 άτομα. Οι μελέτες αυτές είχαν εξετάσει τις επιδράσεις των ιατρικών κανναβινοειδών σε διάφορες ψυχιατρικές νόσους, όπως το σύνδρομο Tourette, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), η κατάθλιψη και οι ψυχώσεις. Όπως κατέληξαν, τα δεδομένα σχετικά με τα οφέλη της θεραπείας με κανναβινοειδή είναι τουλάχιστον ανεπαρκή.

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι η κάνναβη όχι απλά δεν προσφέρει οφέλη, αλλά μπορεί να επιδεινώσει την κατάθλιψη, τις αγχώδεις διαταραχές και τα ψυχωσικά συμπτώματα.

Οι επιστήμονες αναφέρθηκαν επίσης σε ορισμένες άλλες προηγούμενες μελέτες. Μία από αυτές είχε διαπιστώσει ότι τα συμπτώματα της οξείας ψύχωσης εμφανίζονται συχνότερα σε ασθενείς που κάνουν χρήση κάνναβης. Μία άλλη διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος να παρουσιαστεί εθισμός στην κάνναβη είναι υψηλότερος στους νεαρούς ενήλικες, ηλικία στην οποία παρατηρούνται υψηλά ποσοστά κατάθλιψης και άγχους.

Η επικεφαλής της έρευνας, καθηγήτρια Louisa Degenhardt, από το National Drug and Alcohol Research Centre του Σίδνεϊ, δήλωσε ότι τα αποτελέσματά τους δίνουν απαντήσεις σε μία εποχή που οι φαρμακευτικές χρήσεις της κάνναβης εξετάζονται εντατικά από την επιστημονική κοινότητα.

Βιβλιογραφία: Nature World News