Το αναπαραγωγικό ιστορικό επηρεάζει τον κίνδυνο άνοιας στις γυναίκες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας μεγάλης επιδημιολογικής έρευνας.

Οι ερευνητές, με επικεφαλή την Πάολα Γκιλσάνζ, παρατήρησαν συσχέτιση μεταξύ του κινδύνου άνοιας στις γυναίκες και του αριθμού των τέκνων της, την ηλικία που είχε την πρώτη της έμμηνο ρύση, την ηλικία που επήλθε η εμηνόπαυση αλλά και τη διάρκεια μεταξύ πρώτης εμμήνου ρύσεως και εμμηνόπαυσης.

«Οι γυναίκες παρουσιάζουν άνοια σε υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με τους άνδρες, ωστόσο οι παράγοντες κινδύνου για το παραπάνω στατιστικό δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς», είπε η Γκιλσάνζ.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Alzheimer’s Association International Conference (AAIIC).

Ηλικία της πρώτης εμμήνου ρύσεως

Χρησιμοποιώντας τη βάση δεδομένων Kaiser Permanente, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 14.595 γυναίκες ηλικίας 40-55 ετών.

Είχαν αναλυτικά δεδομένα σχετικά με το αναπαραγωγικό ιστορικό των γυναικών καθώς και τις διαγνώσεις άνοιας αλλά και άλλων νόσων από ιατρικά αρχεία για την περίοδο 1996-2017. Το 36% των γυναικών της έρευνας παρουσίασαν άνοια σε αυτή την περίοδο.

Οι γυναίκες με 3 ή περισσότερα τέκνα (50%) είχαν 12% μειωμένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια σε σχέση με τις γυναίκες που είχαν μόλις 1. Τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν ακόμα και μετά από προσαρμογή για άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) και το ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου.

Τα 3/4 των γυναικών είχαν ιστορικό τουλάχιστον μίας αποβολής. Οι γυναίκες που δεν είχαν κάποια αποβολή στο ιστορικό τους είχαν 20% μειωμένο κίνδυνο άνοιας σε σύγκριση με τις υπόλοιπες, μετά από προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, η φυλή, το επίπεδο μόρφωσης, η υστερεκτομή αλλά παθήσεις της μέσης και τρίτης ηλικίας.

Μεταξύ των γυναικών που είχαν 3 ή περισσότερα παιδιά, αυτές που δεν ανέφεραν κάποια αποβολή στο ιστορικό τους είχαν 28% μειωμένη πιθανότητα άνοιας σε σχέση με αυτές που είχαν τουλάχιστον μία αποβολή.

«Οι γυναίκες που δεν έχουν παρουσιάσει αποβολή έχουν κατά πάσα πιθανότητα διαφορετικό ορμονικό περιβάλλον με νευροπροστατευτική δράση. Οι συνοδές παθήσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολών μπορεί να αυξάνουν παράλληλα τον κίνδυνο άνοιας», είπε η Γκιλσάνζ.

Ο αριθμός ετών μεταξύ της πρώτης εμμήνου ρύσεως και της εμμηνόπαυσης φάνηκε επίσης να παίζει ρόλο. Η μέση διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας για τις γυναίκες της έρευνας ήταν τα 34 χρόνια.

Σε σύγκριση με τις γυναίκες των οποίων η διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας ήταν 38-44 χρόνια, αυτές που είχαν αντίστοιχη διάρκεια 21-30 χρόνια, είχαν επίσης 33% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν άνοια, μετά από προσαρμογή για δημογραφικούς παράγοντες. Κάθε επιπλέον χρόνος διάρκειας της αναπαραγωγικής ηλικίας σχετίστηκε με μείωση 2% στον κίνδυνο άνοιας.

Οι γυναίκες που παρουσίασαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση σε ηλικία 16 ετών ή μεγαλύτερη είχαν επίσης 31% αυξημένο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με αυτές που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση σε ηλικία 13 ετών.

Αναφορικά με την ηλικία της εμμηνόπαυσης, οι γυναίκες που παρουσίασαν φυσική εμμηνόπαυση πριν την ηλικία των 45 ετών είχαν 28% αυξημένο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με αυτές που παρουσίασαν αργότερα.

«Η έρευνα προσφέρει επιπλέον δεδομένα στην υπόθεση ότι η έκθεση σε διάφορες μορφές οιστρογόνων στη διάρκεια ζωής μίας γυναίκας μπορεί να επηρεάσει την υγεία του εγκεφάλου», είπε η Γκιλσάνζ.

Περισσότερο από τις ορμόνες

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, η Μισέλ Μίεκλ, PhD, μία επιστήμονας που δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα, είπε ότι μία πιθανή εξήγηση είναι οι ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εγκυμοσύνη.

«Ωστόσο», πρόσθεσε, «υπάρουν και άλλες πιθανές εξηγήσεις, μεταξύ των οποίων οι αγγειακές και ανοσολογικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εγκυμοσύνη. Δεν έχουν γίνει ακόμα αρκετές έρευνες για να αναλυθούν αυτοί οι μηχανισμοί».

Η Χέδερ Σνάιντερ, PhD, διευθυντής των ιατρικών και επιστημονικών εργασιών στο Alzheimer’s Association, δήλωσε ότι αυτό το πεδίο έρευνας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

«Ακόμα δεν γνωρίζουμε ποια συνιστώσα της εγκυμοσύνης ή της αναπαραγωγικής υγείας επηρεάζει τον κίνδυνο άνοιας στη μετέπειτα ζωή», είπε. «Μπορεί να είναι οι ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εγκυμοσύνη, οι αλλαγές στο ανοσοποιητικό σύστημα ή διάφορες διατροφικές συνήθειες κατά τη διάρκειά της».

Η χρήση των γνωστικών λειτουργιών πιθανώς επίσης να παίζει ρόλο καθώς οι γυναίκες με πολλά παιδιά «πρέπει συχνά να διαχειριστούν πολλά προβλήματα παράλληλα με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν τον εγκέφαλό τους περισσότερο», συμπλήρωσε.

Βιβλιογραφία: Medscape