Η ιατρική κοινότητα έχει ακόμα πολλά να μάθει σχετικά με τα προβιοτικά και τις επιδράσεις τους σε κάθε ασθενή πριν αυτά να μπορούν να χορηγηθούν ευρέως για την επίτευξη συγκεκριμένων θεραπευτικών στόχων. Στο παραπάνω συμπέρασμα κατέληξαν δύο τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες που χρησιμοποίησαν βιοψίες και όχι δείγματα κοπράνων. Οι έρευνες έδειξαν ότι αν και ορισμένοι ασθενείς έχουν καλή απόκριση στα προβιοτικά, άλλοι μπορεί να μην αποκρίνονται επαρκώς ή ακόμα και να παρουσιάζουν ανεπιθύμητες ενέργειες από τη λήψη τους.

Αν και αρκετοί θα βιαστούν να πουν ότι τα προβιοτικά δεν προσφέρουν οφέλη ή είναι επιβλαβή, στην πραγματικότητα τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Αυτό που ουσιαστικά παρατήρησαν είναι ότι τα προβιοτικά μπορούν δυνητικά να είναι επιβλαβή για τον οργανισμό, γεγονός που αποτελεί σημαντική ανακάλυψη καθώς ελάχιστες έρευνες μέχρι σήμερα είχαν διερευνήσει ή ακόμα και αναφέρει τις αρνητικές επιδράσεις των προβιοτικών.

Συνοψίζοντας, οι μελέτες, οι οποίες βασίστηκαν σε ένα σύνολο τυχαιοποιημένων ερευνών σε υγιείς εθελοντές και πειραματόζωα, διαπίστωσαν τα ακόλουθα:

  • Τα δείγματα κοπράνων δεν επαρκούν για να δώσουν μία λεπτομερή εικόνα των αλληλεπιδράσεων που συμβαίνουν μεταξύ των προβιοτικών και του εντερικού μικροβιώματος του ατόμου.
  • Το μικροβίωμα ορισμένων ατόμων είναι ανθεκτικό στον αποικισμό από προβιοτικά, ωστόσο σε άλλα άτομα το μικροβίωμα μεταβάλλεται και μάλιστα με διαφορετικούς τρόπους ή σε διαφορετικά σημεία του γαστρεντερικού σωλήνα.
  • Η χορήγηση των προβιοτικών μετά τα αντιβιοτικά μπορεί να επιβραδύνει την επαναφορά του μικροβιώματος στην αρχική κατάσταση, αν και η κλινική σημασία της παραπάνω παρατήρησης είναι ακόμα άγνωστη.
  • Τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου αλλά και του μικροβιώματός του μπορούν να προβλέψουν σε μεγάλο βαθμό τις επιδράσεις των προβιοτικών στο άτομο αυτό.
  • Τα πειραματόζωα (και κυρίως το ποντέλο ποντικών) δεν προσφέρουν πολλές πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις των προβιοτικών στον άνθρωπο.

Τα παραπάνω ευρήματα έχουν ανοίξει το κουτί της Πανδώρας από ερωτήματα σχετικά με αυτά που δεν γνωρίζουμε για τα προβιοτικά. Όσοι θέλουν να εξερευνήσουν τις θεραπευτικές χρήσεις των προβιοτικών θα πρέπει να αποδεχτούν την αβεβαιότητα που υπάρχει σήμερα για τη χρήση τους, τις υψηλά εξατομικευμένες επιδράσεις τους σε διαφορετικά άτομα και την ανάγκη να γίνει προσεκτική διερεύνηση πριν αποφασίσουμε ποιο προβιοτικό μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, σε ποιον ασθενή και για ποιο σκοπό.

«Πιστεύουμε ότι τα προβιοτικά πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως κάθε άλλο φάρμακο κατά τη λήψη της απόφασης για τη χορήγησή τους», είπε ο Εράν Ελινάβ, ο κύριος συγγραφέας και των δύο ερευνών.

«Με τον τρόπο αυτό και επί απουσίας έγκρισης των προβιοτικών για οποιαδήποτε ένδειξη, οι γιατροί πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους όλα τα διαθέσιμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητά τους, καθώς και τις επιδράσεις της χορήγησής τους σε συνδυασμό με αντιβιοτικά, πριν συστήσουν τη λήψη τους από οποιονδήποτε ασθενή», είπε ο Ελινάβ.

«Υπάρχει μεγάλη ανάγκη για έρευνες που θα εξετάσουν την αποτελεσματικότητα και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τα προβιοτικά, έτσι ώστε να εκτιμηθεί η χρησιμότητά τους. Μέχρι τότε, η ευθύνη για τη χρήση τους εναποτίθεται σε αυτόν που αποφασίζει τη χορήγησή τους», συμπλήρωσε.

Ο Ντέιβιντ Τζόνσον, καθηγητής ιατρικής και διευθυντής γαστρεντερολογίας στο Eastern Virginia Medical School, συμφώνησε ότι τα ευρήματα πρέπει να επιβραδύνουν την τάση να βρεθούν νέες χρήσεις για τα προβιοτικά.

«Οι παραπάνω έρευνες πρέπει να το λιγότερο να δημιουργήσουν αμφιβολίες σε αυτούς που συνιστούν συχνά λήψη προβιοτικών στους ασθενείς τους», είπε ο Τζόνσον. «Το ίδιο ισχύει για τους ασθενείς που πιστεύουν ότι τα προβιοτικά είναι απλά ένα υγιεινό χάπι», ιδιαίτερα για αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να αντικαταστήσουν την υγιεινή διατροφή και την άσκηση.

Οι λεπτομέρειες των δύο ερευνών

Στην έρευνα της οποίας επικεφαλής ήταν ο Νιβ Ζμόρα, οι επιστήμονες εξέτασαν ένα συνδυασμό διαφόρων προβιοτικών τόσο στους ανθρώπους όσο και στα ποντίκια. Οι 29 εθελοντές συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια και στη συνέχεια κατενεμήθηκαν είτε στην ομάδα που έλαβε προβιοτικά, είτε στην ομάδα ελέγχου. Η πρώτη ομάδα έλαβε ένα προβιοτικό συμπλήρωμα δις ημερησίως, ένω η δεύτερη έλαβε placebo με την ίδια συχνότητα για 4 εβδομάδες.

Οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα κοπράνων από τους εθελοντές στην αρχή της έρευνας, ημερησίως για την πρώτη εβδομάδα, και εβδομαδιαία μέχρι το τέλος της έρευνας. Έλαβαν επίσης βιοψίες πριν και κατά τη διάρκεια της έρευνας.

Τα ίδια προβιοτικά χορηγήθηκαν σε μία ομάδα ποντικών χωρίς μικροβίωμα και μία ομάδα ποντικών με μικροβίωμα. Τα ποντίκια στη συνέχεια εξετάστηκαν σε 8 διαφορετικά σημεία του γαστρεντερικού σωλήνα. Στα ποντίκια που προϋπήρχε μικροβίωμα, τα προβιοτικά συνάντησαν αντίσταση κατά τον αποικισμό του εντέρου.

Στους ανθρώπους, ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Ο αποικισμός του βλεννογόνου που παρουσιάστηκε στο γαστρεντερικό σωλήνα των ανθρώπων παρουσίαζε διαφοροποίηση ανάλογα με το είδος του προβιοτικού, την περιοχή από την οποία λήφθηκε το δείγμα και παράγοντες μοναδικούς για το κάθε άτομο. Για παράδειγμα, σε επόμενες αναλύσεις, οι ερευνητές κατάφεραν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους σχετικά με τη γονιδιακή έκφραση στο έντερο αλλά και τη σύνθεση του μικροβιώματος στην αρχή της έρευνας για να προσβλέψουν με ακρίβεια τις επιδράσεις των αντιβιοτικών στο έντερο.

«Το γεγονός αυτό δείχνει ότι τα προβιοτικά δεν πρέπει να χορηγούνται χωρίς διακρίσεις. Πρέπει να γίνεται εξατομικευμένη προσέγγιση για τον κάθε ασθενή», είπε ο Ελινάβ.

Επιπλέον, από τη διερεύνηση του δείγματος κοπράνων δεν ήταν δυνατό να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τις επιδράσεις των προβιοτικών, ούτε να προβλεφθεί η δράση τους. Εν ολίγοις, δεν μπορούσε να προσφέρει πληροφορίες για τη δράση των προβιοτικών στο γαστρεντερικό σωλήνα.

«Το εύρημα αυτό έχει μεγάλη σημασία καθώς σήμερα βασιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό στα δείγματα κοπράνων για να εκτιμήσουμε τη σύνθεση του μικροβώματος. Φαίνεται ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, πρέπει να λαμβάνουμε άμεσα δείγμα από το εντερικό μικροβίωμα για να έχουμε ακριβή αποτελέσματα», είπε ο Ελινάβ.

Στην άλλη μελέτη, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Τζόθαμ Σουέζ, οι επιστήμονες εξέτασαν 21 υγιείς ενήλικες που έλαβαν μία 7ήμερη αγωγή αντιβιοτικών με 500μγ από του στόματος σιπροφλοξασίνης δις ημερησίως και 500μγ από του στόματος μετρονιδαζόλης τρις ημερησίως.

Μετά τη θεραπεία με τα αντιβιοτικά, οι εθελοντές κατενεμήθησαν σε τρεις ομάδες. 8 εθελοντές έλαβαν προβιοτικά δις ημερησίως για 28 ημέρες, 6 έλαβαν αυτόλογο μόσχευμα κοπράνων (το οποίο είχε απομονωθεί πριν την αντιβιοτική θεραπεία) και 7 δεν έλαβαν περαιτέρω θεραπεία. Οι ερευνητές συνέλεξαν δείγματα κοπράνων και βιοψίες πριν και μετά τις παρεμβάσεις.

Σε αντίθεση με το αναμενόμενο αποτέλεσμα, ανακάλυψαν ότι τα προβιοτικά καθυστέρησαν την επαναφορά του μικροβιώματος. Με άλλα λόγια, χρειάστηκε περισσότερος χρόνος για να επιστρέψει το μικροβίωμα στην αρχική του κατάσταση στους ασθενείς που έλαβαν προβιοτικά σε σύγκριση με αυτούς που είχαν λάβει αυτόλογο μόσχευμα κοπράνων ή καμία θεραπεία μετά τα αντιβιοτικά.

«Το γεγονός αυτό τονίζει την ανεπιθύμητη αυτή ενέργεια των προβιοτικών που δεν είχε εκτιμηθεί στο παρελθόν», είπε ο Ελινάβ. «Οι αρνητικές επιπτώσεις της παραπάνω δράσης των προβιοτικών που εξετάστηκαν στην έρευνα, συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, καρδιομεταβολικών νόσων, αλλεργιών και άλλων». Ο Ελινάβ είπε ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση για να κατανοήσουμε ακριβώς τι σημαίνει αυτή η απόκριση του εντέρου.

Το Μέλλον

Τα ευρήματα του άρθρου έχουν προκαλέσει συζητήσεις σχετικά με τη ρύθμιση της χρήσης των προβιοτικών στις οποίες έχουν εμπλακεί αντιπρόσωποι τόσο του FDA όσο και του NIH των ΗΠΑ. Αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο περιορισμός της χρήσης των προβιοτικών μπορεί να στερήσει σε κάποιους ασθενείς τις θεραπευτικές τους ιδιότητες, άλλοι δήλωσαν ότι αυτός είναι απαραίτητος καθώς γνωρίζουμε ελάχιστα σχετικά με τις επιδράσεις της ευρείας χρήσης τους.

Αρκετοί ειδικοί που ερωτήθηκαν σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών συμφώνησαν στην άποψη ότι τα προβιοτικά έχουν κλινική χρησιμότητα και τα παρόντα στοιχεία δείχνουν ότι μπορούν να χορηγηθούν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα την πρόληψη της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας. Πέρα από αυτό, ωστόσο, δεν συνίσταται η χρήση τους για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε πάθησης σε κάθε πληθυσμό.

«Έχουμε κάποια δεδομένα, αλλά όχι αρκετά προκειμένου να κάνουμε συστάσεις που αφορούν ένα μεγάλο αριθμό ατόμων», είπε ο Βίνσεντ Γιάνγκ, ένας καθηγητής λοιμωξιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. «Προς το παρόν δεν υπάρχουν σαφείς οδηγίες σχετικά με το είδη των προβιοτικών που θα προσφέρουν οφέλη σε συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών», συμπλήρωσε. Αναγνωρίζει ότι η παραπάνω δήλωση θα απογοητεύσει τους γιατρούς και τους ασθενείς που χορηγούσαν ή λάμβαναν αντίστοιχα ένα συγκεκριμένο προβιοτικό για διαφορετικές παθήσεις.

«Ο γιατρός πρέπει να χρησιμοποιεί μόνο δεδομένα βασισμένα σε αποτελέσματα ερευνών για να εκτιμήσει ποιο προβιοτικό θα προσφέρει οφέλη στον κάθε ασθενή», είπε ο Ρόμπερτ Μαρτιντέιλ, διευθυντής γαστρεντερολογίας στο Πανεπιστήμιο του Όρεγκον.

«Το πρόβλημα με τη βιβλιογραφία για τα προβιοτικά είναι ότι υπάρχουν πολλές γενικές πληροφορίες», δήλωσε. Ωστόσο, χρειαζόμαστε ειδικές λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, υπάρχουν δεδομένα που υποστηρίζουν τη χρήση των προβιοτικών στην πρόληψη της λοίμωξης από C. difficile όταν χορηγούνται σε συνδυασμό με αντιβιοτικά, ωστόσο σε ένα άτομο που πάσχει ήδη από τη νόσο, τα προβιοτικά δεν θα προσφέρουν οφέλη.

Οι δύο έρευνες περισσότερο δημιουργούν υποθέσεις παρά προσφέρουν οδηγίες για την κλινική πράξη, είπε ο Κρίστοφερ Χάρισον, διευθυντής έρευνας για τα λοιμώδη νοσήματα στο πανεπιστήμιο του Μιζούρι.

«Σήμερα, τα προβιοτικά, με τον τρόπο που τα χρησιμοποιούμε, δεν φαίνεται να είναι επικίνδυνα, ενώ προσφέρουν οφέλη σε αρκετές περιπτώσεις. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός στον οποίο προσφέρουν οφέλη σε κάθε άτομο, επομένως δεν πρέπει να υπερεκτιμούμε τις επιδράσεις τους για τον κάθε ασθενή», είπε ο Χάρισον.

Ο ίδιος τόνισε ότι ορισμένες μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν στις δύο έρευνες ενισχύουν την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, αλλά περιορίζουν τη γενικότητά τους. Για παράδειγμα, η χρήση ενός ισχυρού συνδυασμού αντιβιοτικών σημαίνει ότι το σχήμα σιπροφλοξασίνης-μετρονιδαζόλης εξάλειψε το μεγαλύτερο μέρος του εντερικού μικροβιώματος, ωστόσο σπάνια χορηγείται τόσο δυνατό σχήμα. Αυτό που διαπίστωσαν οι ερευνητές μπορεί να μην αφορά την αμοξικιλλίνη ή ένα λιγότερο ισχυρό αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται στη θεραπεία μίας ιγμορίτιδας ή μίας ουρολοίμωξης.

Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε ακόμα με βεβαιότητα αν η επιβράδυνση της επαναφοράς του μικροβιώματος είναι κάτι μη επιθυμητό. Σημείωσε επίσης ότι η παραπάνω επίδραση μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο υγιές μικροβίωμα σε σχέση με αυτό που είχε ο ασθενής πριν λάβει την αντιβιοτική αγωγή, ωστόσο χρειάζονται περισσότερες έρευνες προκειμένου να γνωρίζουμε με βεβαιότητα το παραπάνω.

Το συμπέρασμα από τις παραπάνω έρευνες είναι ότι δεν γνωρίζουμε ακόμα πλήρως τις επιδράσεις των προβιοτικών, επομένως δεν πρέπει να τα χορηγούμε αλόγιστα. Επιπλέον, στο μέλλον η χορήγηση των προβιοτικών θα γίνεται εξατομικευμένα ανάλογα με το εντερικό μικροβίωμα και τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε ασθενούς.

Βιβλιογραφία: Medscape