Είναι γνωστό ότι η διατροφή και ο τρόπος ζωής αποτελεούν σημαντικούς παράγοντες για τη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής υγείας. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι γιατροί συνιστούν στους ασθενείς τους να ακολουθούν δίαιτες όπως η Μεσογειακή και η DASH, δηλαδή δίαιτες πλούσιες σε λαχανικά και όσπρια για τη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας.

Αρκετοί γιατροί και ασθενείς υποστηρίζουν ότι τα συμπληρώματα διατροφής μπορούν να προσφέρουν οφέλη στη γενικότερη υγεία, αν και τα τελευταία αποτελέσματα ερευνών έχουν απορρίψει την υπόθεση αυτή.

Σήμερα, μία νέα μετα-ανάλυση από ερευνητές σε αρκετά πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων το Johns Hopkins School of Medicine στη Βαλτιμόρη, το West Virginia University στο Morgantown και το Mayo Clinic στο Rochester, δείχνει ότι αρκετά από τα συμπληρώματα και τις παρεμβάσεις που θεωρούσαμε ωφέλιμα για την καρδιά, όχι μόνο δεν έχουν προστατευτική δράση, αλλά ορισμένα από αυτά προκαλούν βλάβες στην καρδιαγγειακή υγεία.

Η ανάλυση αυτή, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Δρ Σάφι Καν από το West Virginia University, δημοσιεύτηκε στο Annals of Internal Medicine.

Οι Συνήθεις Παρεμβάσεις δεν Βοηθούν την Καρδιά

Στην έρευνά τους, ο Δρ Καν και η ομάδα του ανέλυσαν δεδομένα από 277 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες στις οποίες είχαν λάβει μέρος συνολικά σχεδόν 1 εκατομμύριο εθελοντές. Οι επιστήμονες εξέτασαν τις επιδράσεις 16 συμπληρωμάτων διατροφής και 8 παρεμβάσεων στην καρδιαγγειακή υγεία και θνησιμότητα.

Τα συμπληρώματα που εξέτασαν ήταν το σελήνιο, οι πολυβιταμίνες, ο σίδηρος, το φολικό οξύ, το ασβέστιο, το ασβέστιο με βιταμίνη D, η β καροτίνη, τα αντιοξειδωτικά, τα ωμέγα-3 πολυακόρεστα λιπαρά οξέα μακριάς αλυσίδας και οι βιταμίνες Α, Β, Β3, Β6, C, D και E.

Οι παρεμβάσεις περιελάμβαναν: αύξηση ή μείωση στα λιπαρά οξέα, περιορισμός του αλατιού (σε ασθενείς με φυσιολογική και αυξημένη αρτηριακή πίεση), περιορισμός των κορεσμένων λιπών, Μεσογειακή δίαιτα, περιορισμός των λιπών στη διατροφή, αυξημένη πρόσληψη ωμέγα-6 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και αυξημένη πρόσληψη ωμέγα-3 α-λινολενικού οξέος.

Ο Δρ Καν και οι συνεργάτες του παρατήρησαν ότι ορισμένες από τις παραπάνω παρεμβάσεις είχαν πραγματικά θετικές επιδράσεις. Για παράδειγμα, ο περιορισμός του αλατιού συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο πρωίμου θανάτου σε ασθενείς με φυσιολογική αρτηριακή πίεση (μέτρια ισχύς).

Επιπλέον, οι επιστήμονες συμπέραναν ότι τα ωμέγα-3 πολυακόρεστα λιπαρά οξέα μακριάς αλυσίας προστατεύουν από το έμφραγμα του μυοκαρδίου και τη στεφανιαία νόσο. Το φολικό οξύ συνδέθηκε επίσης με μειωμένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Η ισχύς τως παραπάνω συνδέσεων ήταν, ωστόσο, χαμηλή.

Άλλα συμπληρώματα και παρεμβάσεις δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα ή ήταν επιβλαβή.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι πολυβιταμίνες, το σελήνιο, η βιταμίνη Α, η βιταμίνη Β6, η βιταμίνη C, η βιταμίνη D, η βιταμίνη E, το ασβέστιο, το φολικό οξύ και ο σίδηρος δεν προσέφεραν οφέλη για την πρόληψη των καρδιαγγειακών προβλημάτων και του πρωίμου θανάτου. Σημείωσαν επίσης ότι η Μεσογειακή δίαιτα, ο περιορισμός της πρόσληψης κορεσμένων λιπών, η μείωση των λιπών στη διατροφή και η αύξηση της πρόσληψης των ωμέγα-3 και ωμέγα-6 δεν προσέφεραν οφέλη στην καρδιακή υγεία.

Μάλιστα, όσοι έπαιρναν συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D, είχαν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν εγκεφαλικό επεισόδιο (μέτρια ισχύς).

Ωστόσο, στην ανάλυσή τους, οι επιστήμονες παραδέχτηκαν ότι «τα ευρήματα αυτά βασίζονται σε χαμηλής ποιότητας δεδομένα». Ανέφεραν επίσης το γεγονός ότι καθώς οι έρευνες που εξετάστηκαν χρησιμοποίησαν αρκετές διαφορετικές μεθοδολογίες «ήταν δύσκολο να εξεταστούν οι επιδράσεις των παρεμβάσεων ανάλογα με το φύλο, το δείκτη μάζας σώματος, τα επίπεδα των λιπιδίων, την αρτηριακή πίεση, το διαβήτη και το ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου».

Τονίζουν ωστόσο ότι η παρούσα μελέτη ανοίγει το δρόμο για καλύτερη φροντίδα και πιο λεπτομερείς έρευνες που θα εξετάσουν τη χρησιμότητα και την αξία των διαφόρων παρεμβάσεων στη διατροφή.

Τη μελέτη συνόδευσε ένα άρθρο από τους Άμιταμπ Πάντεϊ και Έρικ Τοπόλ, από το Scipps Research Translational Institute στην Καλιφόρνια. Οι συγγραφείς του άρθρου αυτού τόνισαν ότι η ποιότητα αρκετών ερευνών που εξετάστηκαν από τη μελέτη ήταν ιδιαίτερα χαμηλή και επομένως τα αποτελέσματα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή.

«Οι διαφορές στη χώρα, τη δοσολογία και την προετοιμασία (οι περισσότερες έρευνες βασίζονται σε ημερολόγια διατροφής, δηλαδή απαιτούν από τον εθελοντή να θυμάται τι έχει φάει) δημιουργούν αμφιβολίες σχετικά με την ισχύ των δεδομένων», όπως είπαν.

Οι συγγραφείς κατέληξαν υποστηρίζοντας ότι οι μελλοντικές έρευνες πρέπει να λάβουν υπόψη τους τις διατροφικές διαφορές ανάμεσα στους εθελοντές.