Αμφισβητείται η αποτελεσματικότητα των αντικαταθλιπτικών στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης σε ασθενείς που πάσχουν επίσης από άνοια, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

«Στο παραπάνω συμπέρασμα έχουν καταλήξει αρκετές έρευνες τα τελευταία χρόνια», σύμφωνα με τον Δρ Ρόμπερτ Ντούντας από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. «Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν αυτό που βλέπουμε στην κλινική πράξη, δηλαδή ότι τα αντικαταθλιπτικά δεν είναι το ίδιο αποτελεσματικά στους ασθενείς που έχουν και άνοια εκτός από κατάθλιψη».

Η κατάθλιψη είναι μία πάθηση που συνοδεύει συχνά την άνοια, αν και αρκετές φορές είναι δύσκολο να διαγνωστεί. Σχετίζεται με μεγαλύτερη αναπηρία, χειρότερη ποιότητα και μειωμένη διάρκεια ζωής. Μέχρι σήμερα δεν ήταν γνωστό αν τα αντικαταθλιπτικά ήταν ικανά να προσφέρουν οφέλη στους ασθενείς στους οποίους συνυπάρχουν οι παραπάνω δύο παθήσεις.

Η ομάδα του Δρ Ντούντας εξέτασε 10 έρευνες με συνολικά 1.592 εθελοντές με σκοπό να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των αντικαταθλιπτικών σε ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με οποιοδήποτε είδος άνοιας αλλά και κατάθλιψη σύμφωνα με τα αναγνωρισμένα κριτήρια.

Με βάση τα δεδομένα από τις 8 έρευνες, δεν υπήρχε διαφορά στα συμπτώματα της κατάθλιψης για τους ασθενείς που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με αυτούς που λάμβαναν placebo στις 6 και τις 13 εβδομάδες, όπως ανέφεραν οι ερευνητές.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο Cochrane Database of Systematic Reviews.

Η διαφορά ήταν επίσης αμελητέα μεταξύ των δύο ομάδων μετά από 6 ή 9 μήνες. Ορισμένα δεδομένα από 4 έρευνες, ωστόσο, έδειξαν ότι τα ποσοστά ύφεσης στις 12 εβδομάδες ήταν σημαντικά υψηλότερα στην ομάδα που λάμβανε αντικαταθλιπτικά (40%) σε σχέση με την ομάδα που λάμβανε placebo (21.7%).

Η ικανότητα των ασθενών να επιτελούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες δεν φάνηκε να έχει επηρεαστεί στις εβδομάδες 6-13 από τη λήψη αντικαταθλιπτικών. Καμία επίδραση δεν υπήρχε και στις γνωστικές λειτουργίες.

Οι εθελοντές που λάμβαναν αντικαταθλιπτικά ήταν αυτοί που συνήθως δεν ακολουθούσαν την αγωγή, καθώς στην ομάδα αυτή εμφανίστηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε μεγαλύτερα ποσοστά (49.2%) σε σχέση με την ομάδα που λάμβανε placebo (38.4%). Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι υπήρχε γενικά μεγάλη ετερογένεια στον τρόπο που η κάθε έρευνα εξέτασε τις ανεπιθύμητες ενέργειες γεγονός που περιόρισε την ποιότητα των αποτελεσμάτων αναφορικά με αυτά.

«Είναι σημαντικό να είμαστε ξεκάθαροι σχετικά με τις περιορισμένες πιθανότητες βελτίωσης από τη θεραπεία σε αυτή την ομάδα ασθενών», είπε ο Δρ Ντούντας. «Πρέπει να προσέξουμε να μην χορηγούμε αυξημένες δόσεις των συγκεκριμένων φαρμάκων. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να δείχνουν ότι ένα αντικαταθλιπτικό είναι πιο αποτελεσματικό από ένα άλλο σε αυτή την ομάδα ασθενών, επομένως αν δύο αντικαταθλιπτικά δεν έχουν αποτέλεσμα, θα πρέπει να σταματάμε εντελώς τη χορήγησή τους».

Ο Δρ Φρανσέσκο Πάνζα και η Δρ Μάντια Λοζουπόν από τη μονάδα νευροεκφυλιστικών νόσων του University of Bari Aldo Moro, που εξέτασαν πρόσφατα τη φαρμακευτική αγωγή για τη θεραπεία της κατάθλιψης σε ασθενείς με νόσο Alzheimer, δήλωσαν «Η μελέτη αυτή είναι χρήσιμη και επιτρέπει να μειωθεί η συνταγογράφηση των αντικαταθλιπτικών στους ασθενείς με κατάθλιψη και άνοια».

«Οι γιατροί πρέπει να θυμούνται ότι η κατάθλιψη στους ασθενείς με νόσο Alzheimer μπορεί να έχει διαφορετική βαρύτητα και να είναι από ήπια μέχρι ιδιαίτερα σοβαρή», είπαν. «Επιπλέον, η κατάθλιψη στη νόσο Alzheimer επηρεάζει περισσότερο τις γνωστικές λειτουργίες και σχετίζεται με σωματικά συμπτώματα, επομένως είναι δύσκολο να διαγνωστεί. Θεωρητικά, αυτό μπορεί να μειώσει τα οφέλη των αντικαταθλιπτικών σε αυτή την ομάδα ασθενών».

«Η απουσία αποτελεσματικών θεραπειών για την κατάθλιψη σε αυτή την ομάδα δεν πρέπει να συγχέεται με ανθεκτική κατάθλιψη», συμπλήρωσαν.

Ο Δρ Ραζ Σα από το Rush University Medical Center στο Σικάγο, ο οποίος έχει ερευνήσει στο παρελθόν τη θεραπεία της κατάθλιψης στους ηλικιωμένους, είπε ότι «τα αποτελέσματα της έρευνας τονίζουν πόσο περιορισμένες είναι οι θεραπευτικές επιλογές σήμερα για την κατάθλιψη παρουσία ήπιας ή μέτριας άνοιας».

«Η απόφαση να ξεκινήσει η αγωγή με ένα αντικαταθλιπτικό στους ασθενείς με κατάθλιψη και άνοια πρέπει να προσεγγίζεται συνυπολογίζοντας όλους τους κινδύνους και τα οφέλη», συμπλήρωσε. «Αν αποφασιστεί να ξεκινήσει η θεραπεία, η πορεία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται για 6-12 εβδομάδες και τα φάρμακα να διακόπτονται αν δεν υπάρχει βελτίωση».

Ο επόμενος στόχος των ερευνητών είναι να εξερευνήσουν μία σειρά από δείκτες με σκοπό να ταυτοποιήσουν τους ασθενείς με κατάθλιψη και άνοια που θα έχουν τα μεγαλύτερα οφέλη από την αντικαταθλιπτική αγωγή.

Βιβλιογραφία: Medscape