Τα δεδομένα σχετικά με τις αρνητικές επιδράσεις του αλκοόλ στον εγκέφαλο συνεχίζουν να συσσωρεύονται τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, υπάρχουν 3 περίοδοι στις οποίες η κατανάλωση αλκοόλ είναι περισσότερο επιβλαβής για το όργανο αυτό, σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό BMJ.

Συγκεκριμένα, οι περίοδοι αυτοί είναι:

  • Η εγκυμοσύνη (από τη σύλληψη μέχρι τη γέννηση), μία περίοδος που χαρακτηρίζεται από εκτεταμένη παραγωγή, μετανάστευση και διαφοροποίηση των νευρωνικών κυττάρων.
  • Το δεύτερο μισό της εφηβικής ηλικίας (15-19 ετών), περίοδο στην οποία γίνεται το «κλάδεμα» των συνάψεων, αλλά και αυξάνεται η αξονική μυελίνωση.
  • Η τρίτη ηλικία (άνω των 65 ετών), στην οποία ξεκινά η ατροφία του εγκεφάλου. Οι αλλαγές αυτές επιταχύνονται μετά τα 65 και προκαλούνται κυρίως από τη μείωση στο μέγεθος των νευρώνων, τον αριθμό των δενδριτικών κυττάρων, αλλά και των συνάψεων.

Οι παραπάνω αλλαγές, σύμφωνα με τους συγγραφείς του άρθρου, συνδέονται με αυξημένη ευαισθησία στις αρνητικές επιδράσεις του αλκοόλ. Υποστηρίζουν επίσης ότι πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ σε όλες τις ηλικίες.

Ανησυχητικά Δεδομένα

Δεδομένα ερευνών έχουν δείξει ότι περίπου το 10% των εγκύων παγκοσμίως καταναλώνουν αλκοόλ. Ιδιαίτερα στις Ευρωπαϊκές χώρες, το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο.

Η αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης γνωρίζουμε σήμερα ότι μπορεί να προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στο έμβρυο, οι οποίες επηρεάζουν τον όγκο του εγκεφάλου και συνδέονται με μειωμένες γνωστικές λειτουργίες.

Ακόμα και η ήπια ή μέτρια κατανάλωση αλκοόλ κατά την εγκυμοσύνη έχει συνδεθεί με αρνητικές ψυχολογικές και συμπεριφορικές επιδράσεις στα παιδιά.

Στην εφηβική ηλικία, πάνω από το 20% των εφήβων ηλικίας 15-19 ετών από την Ευρώπη πίνουν συχνά αλκοόλ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν μείωση στον όγκο του εγκεφάλου, περιορισμένο ανάπτυξη της λευκής ουσίας και έκπτωση σε μία σειρά γνωστικές λειτουργίες.

Μία πρόσφατη έρευνα σε ενήλικες ανέδειξε τη διαταραχή στην κατανάλωση αλκοόλ ως έναν από τους σημαντικότερους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου για την άνοια (ιδιαίτερα την άνοια που εμφανίζεται σε μικρότερες ηλικίες), ο οποίος ήταν μάλιστα πιο σημαντικός συγκριτικά με άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση και το κάπνισμα.

Οι καταχρήσεις αλκοόλ είναι γενικά σπάνιο φαινόμενο στην τρίτη ηλικία, ωστόσο ακόμα και η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ στη μέση ηλικία έχει συνδεθεί με «μικρές αλλά υπολογίσιμες» επιδράσεις στον εγκεφαλικό όγκο.

Δεδομένα των τελευταίων ετών έχουν δείξει ότι οι γυναίκες καταναλώνουν αλκοόλ και παρουσιάζουν τα προβλήματα που συνδέονται με τη συνήθεια αυτή στην ίδια συχνότητα με τους άνδρες, ενώ σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις η κατανάλωση αλκοόλ αναμένεται να αυξηθεί την επόμενη δεκαετία.

Αν και οι επιδράσεις της πανδημίας της COVID-19 στην κατανάλωση αλκοόλ και τις σχετιζόμενες με αυτό βλάβες δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί, γνωρίζουμε ότι γενικά η κατανάλωση αλκοόλ αυξάνεται μετά από κρίσεις της δημόσιας υγείας.

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να γίνουν νέες παρεμβάσεις σε πληθυσμιακό επίπεδο με σκοπό τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ σε όλες τις ηλικίες. Αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν ενημέρωση του κοινού σχετικά με τους κινδύνους του αλκοόλ, αύξηση της φορολογίας στο είδος αυτό και μείωση του μεγίστου ορίου για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοολούχων ποτών.

Βιβλιογραφία: Medscape