«Η διατροφή παίζει σημαντικό ρόλο στη δημόσια υγεία, με την ανθυγιεινή διατροφή να αποτελεί μάλιστα το 1ο αίτιο θανάτου και το 3ο αίτιο αναπηρίας στο Δυτικό κόσμο», όπως έγραψε ο Dr Zhilei Shan από το Πανεπιστήιο του Χάρβαρντ στη Βοστόνη, στη νέα του έρευνα.

Στην έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Internal Medicine, ο Dr Shan και η ομάδα του ανέλυσαν δεδομένα από 37.000 εθελοντές με σκοπό να διαπιστώσουν αν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις διαφορετικές δίαιτες και τον κίνδυνο θανάτου.

Ειδικότερα, οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν πως επηρεάζεται η θνησιμότητα από τις διάφορες δίαιτες με χαμηλά λιπαρά ή χαμηλές θερμίδες.

Αν και έχουν γίνει αρκετές μελέτες σχετικά με τη σύνδεση ανάμεσα στη διατροφή και τον κίνδυνο θανάτου, οι επιστήμονες σημείωσαν ότι καμία έρευνα δεν έχει εξετάσει ειδικά τις επιδράσεις των διατροφών με χαμηλά λιπαρά ή χαμηλές θερμίδες.

«Η κατανάλωση υδατανθράκων από επεξεργασμένα σιτηρά και προστιθέμενα σάκχαρα έχει συνδεθεί με αρκετές αρνητικές επιδράσεις για την υγεία, ενώ η κατανάλωση υδατανθράκων από τρόφιμα ολικής αλέσεως, λαχανικά και φρούτα έχει συνδεθεί με οφέλη», εξήγησε ο επιστήμονας.

«Αντίστοιχα, η αντικατάσταση των κορεσμένων λιπών με ακόρεστα έχει συνδεθεί με μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητας», πρόσθεσε.

Για τους παραπάνω λόγους, οι ερευνητές πιστεύουν ότι είναι σημαντικό να εξερευνηθεί η σύνδεση ανάμεσα στις διάφορες δίαιτες και τον κίνδυνο θνησιμότητας.

Χαμηλά Λιπαρά, Χαμηλοί Υδατάνθρακες και Θνησιμότητα

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα 37.233 ενηλίκων από τις ΗΠΑ με μέση ηλικία τα 49.7 χρόνια. Τα δεδομένα είχαν προέλθει από 8 κύκλους της μελέτης NHANES (National Health and Nutrition Examination Survey), από τα έτη 1999 μέχρι 2014.

Συνολικά, η διάρκεια παρακολούθησης των εθελοντών ήταν 297.768 χρόνια ασθενών. Ο αριθμός αυτός αναφέρεται στο συνολικό χρόνο παρακολούθησης των εθελοντών που έλαβαν μέρος στη μελέτη NHANES.

Κατά την παραπάνω διάρκεια, οι επιστήμονες κατέγραψαν συνολικά 4.866 θανάτους, εκ των οποίων οι 849 αποδόθηκαν στην καρδιαγγειακή νόσο ενώ οι 1068 στον καρκίνο.

Χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της NHANES σχετικά με την κατανάλωση μακροθρεπτικών ουσιών, οι επιστήμονες κατάφεραν να καταλήξουν σε 4 διαφορετικούς τύπους διατροφής.

Η ερευνητική ομάδα δεν διαπίστωσε κάποια σύνδεση ανάμεσα στις δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες ή χαμηλά λιπαρά και τον κίνδυνο θνησιμότητας.

Ωστόσο, παρατήρησαν ότι οι ανθυγιεινές δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες και χαμηλά λιπαρά σχετίζονται με υψηλότερη θνησιμότητα.

Αντιθέτως, οι καλύτερης ποιότητας δίαιτες με χαμηλούς υδατάνθρακες και χαμηλά λιπαρά συνδέθηκαν με μειωμένο συνολικό κίνδυνο θνησιμότητας.

Οι ερευνητές ανέφεραν επίσης ότι «οι εθελοντές που έκαναν κακή διατροφή ήταν συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας, είχαν μεγαλύτερο δείκτη μάζας σώματος, υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης, μεγαλύτερο εισόδημα και αυξημένη χοληστερόλη».

Οι εθελοντές που έκαναν τις πιο υγιεινές δίαιτες με χαμηλά λιπαρά ήταν κατά πλειοψηφία μη καπνιστές, είχαν χαμηλότερο ΔΜΣ και χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης.

Προσπαθώντας να εξηγήσουν τη σύνδεση ανάμεσα στα διάφορα είδη διατροφής και τον κίνδυνο θνησιμότητας, ο Dr Shan και οι συνεργάτες του τόνισαν ότι αυτή μπορεί να αποδίδεται σε διάφορους βιολογικούς μηχανισμούς.

Όπως τόνισαν, «τα λίπη προσφέρουν σχεδόν διπλάσια ενέργεια σε σχέση με τους υδατάνθρακες και τις πρωτεΐνες ίδιου βάρους. Μία δίαιτα με υψηλά κορεσμένα λίπη μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική κατανάλωση τροφίμων και παχυσαρκία».

«Οι ανθυγιεινοί υδατάνθρακες, όπως τα επεξεργασμένα σιτηρά και τα προστιθέμενα σάκχαρα, έχουν περιορισμένη διατροφική αξία και το υψηλό γλυκαιμικό φορτίο τους σχετίζεται με υψηλά επίπεδα μεταγευματικής γλυκόζης και ινσουλίνης, καθώς και αυξημένη φλεγμονή, αντίσταση στην ινσουλίνη και δυσλιπιδαιμία», πρόσθεσαν.

Αν και οι ερευνητές τόνισαν ότι τα ισχυρά σημεία της μελέτης τους ήταν το μέγεθος του δείγματος και η μεγάλη διάρκεια παρακολούθησης, πρόσθεσαν ότι είχε και ορισμένους περιορισμούς.

Ένας από αυτούς ήταν η αδυναμία να διαπιστώσουν ποια ακριβώς μορφή διατροφής με χαμηλά λιπαρά και χαμηλούς υδατάνθρακες είχε ακολουθήσει ο κάθε εθελοντής.

Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τους επιστήμονες, ότι «τα αποτελέσματα δεν μπορούν να συσχετιστούν άμεσα με τις διάφορες γνωστές δίαιτες».

Οι επιστήμονες τόνισαν επίσης ότι οι εθελοντές ανέφεραν μόνοι τους τα τρόφιμα που κατανάλωναν επομένως οι πληροφορίες μπορεί να μην είναι απόλυτα ακριβείς. Η έρευνα δεν μπορεί επίσης να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος.