Βρισκόμαστε σήμερα αντιμέτωποι με μία σειρά προκλήσεων για την παγκόσμια υγεία. Οι επιδημίες νόσων που μπορούν να προληφθούν με τον εμβολιασμό, όπως η ιλαρά και η διφθερίτιδα, τα ανθεκτικά παθογόνα, τα υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας και η κλιματική αλλαγή αποτελούν μερικά παραδείγματα των παραπάνω.

Ρύπανση της Ατμόσφαιρας και Κλιματική Αλλαγή

9 στους 10 ανθρώπους αναπνέουν μολυσμένο αέρα καθημερινά. Το 2019, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO), η ρύπανση της ατμόσφαιρας αποτελεί την σημαντικότερη απειλή για την παγκόσμια υγεία. Μικροσοπικοί ρύποι στον αέρα μπορούν να διαπεράσουν το αναπνευστικό και το κυκλοφορικό σύστημα, προκαλώντας βλάβες στους πνεύμονες, την καρδιά και τον εγκέφαλο, κοστίζοντας τη ζωή σε σχεδόν 7 εκατομμύρια άτομα ετησίως από παθήσεις όπως ο καρκίνος, το εγκεφαλικό επεισόδιο, οι καρδιακές και οι πνευμονικές παθήσεις. Σχεδόν το 90% των θανάτων αυτών συμβαίνουν σε αναπτυσσόμενες χώρες με υψηλά ποσοστά εκπομπών από τη βιομηχανία, τα μέσα μεταφοράς και τη γεωργία, καθώς και τις συσκευές καύσεων στα σπίτια.

Η κύρια αιτία της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (οι καύσεις ορυκτών καυσίμων) συμβάλλει επίσης στην κλιματική αλλαγή, η οποία μπορεί να επηρεάσει την υγεία των ανθρώπων με διάφορους τρόπους. Ανάμεσα στο 2030 και το 2050, η κλιματική αλλαγή αναμένεται να προκαλέσει 250.000 θανάτους ετησίως από τον υποσιτισμό, την ελονοσία, τη διάρροια και τη θερμοπληξία.

Τον Οκτώβριο του 2018, ο WHO είχε την ετήσια συνάντησή του για την Ατμοσφαιρική Ρύπανση στη Γενεύη. Αρκετές χώρες και διεθνείς οργανισμοί δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για την πρόληψη της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Φέτος, το Σεπτέμβριο, η συνάντηση των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο τις προσπάθειες παγκοσμίως. Ακόμα κι αν τηρηθούν όλες οι δεσμεύσεις από τη Συμφωνία του Παρισίου, η θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί περισσότερο από 3 °C μέχρι το τέλος του αιώνα.

Μη Μεταδοτικές Νόσοι

Οι μη μεταδοτικές νόσοι, όπως ο διαβήτης, ο καρκίνος και οι καρδιακές παθήσεις ευθύνονται για σχεδόν 70% των θανάτων παγκοσμίως, ή συνολικά 41 εκατομμύρια άτομα. Σε αυτά περιλαμβάνονται 15 εκατομμύρια άτομα που πεθαίνουν πρόωρα, σε ηλικίες ανάμεσα σε 30 και 69.

Πάνω από το 85% των παραπάνω θανάτων συμβαίνει σε αναπτυσσόμενες χώρες. Η αύξηση στον αριθμό των θανάτων αυτών έχει αποδοθεί σε 5 μείζονες παράγοντες κινδύνου: το κάπνισμα, την καθιστική ζωή, την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, την κακή διατροφή και τη ρύπανση της ατμόσφαιρας. Οι παράγοντες αυτοί αυξάνουν επίσης τα ποσοστά ψυχικών νόσων, οι οποίες εμφανίζονται πλέον σε μικρότερες ηλικίες. Το 50% των ψυχικών νόσων ξεκινά από την ηλικία των 14 ετών, ωστόσο τα περισσότερα περιστατικά παραμένουν αδιάγνωστα. Η αυτοκτονία είναι η δεύτερη αιτία θανάτου στους εφήβους ηλικίας 15-19 ετών.

Πανδημία Γρίπης

Είναι σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα αντιμετωπίσουμε μία πανδημία γρίπης. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι πότε θα εμφανιστεί και πόσο σοβαρή θα είναι. Η άμυνά μας ενάντια στην παραπάνω απειλή εξαρτάται από το επίπεδο ετοιμότητας της κάθε χώρας.

Ο WHO παρακολουθεί συνεχώς τη δραστηριότητα των στελεχών της γρίπης για να ανιχνεύσει εγκαίρως ένα επικίνδυνο στέλεχος που μπορεί να προκαλέσει πανδημία. Στο παγκόσμιο σύστημα παρακολούθησης συμμετέχουν συνολικά 153 ινστιτούτα και 114 χώρρες.

Κάθε χρόνο ο WHO προτείνει τα στελέχη που πρέπει να πριλαμβάνονται στο εμβόλιο της γρίπης έτσι ώστε να προστατευτούν όσο το δυνατό περισσότερα άτομα από την εποχική γρίπη. Σε περίπτωση που εμφανιστεί ένα νέο στέλεχος που μπορεί να οδηγήσει σε πανδημία, ο ΠΟΥ έχει διασφαλίσει μέσω συνεργασίας με τους απαραίτητους φορείς να παράγει άμεσα εμβόλια, αντιιικά και μεθόδους διάγνωσης, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Κακές Συνθήκες Διαβίωσης

Πάνω από 1.6 δισεκατομμύρια άνθρωποι (22% του παγκοσμίου πληθυσμού) ζουν σε χώρες όπου παρατεταμένες περίοδοι κρίσεων (συνδυασμός προκλήσεων όπως η ξηρασία, η πείνα, οι διαμάχες και οι μετακινήσεις πληθυσμών) σε συνδυασμό με ένα κακό σύστημα υγείας, δεν τους δίνει πρόσβαση στη βασική φροντίδα υγείας.

Οι κακές συνθήκες διαβίωσης απαντώνται σε πολλές περιοχές και ο WHO εργάζεται με τις χώρες αυτές για να ενισχύσει το σύστημα υγείας έτσι ώστε να μπορεί να προλάβει επιδημίες και να προσφέρει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες υγείας, μεταξύ των οποίων και ο εμβολιασμός.

Αντιμικροβιακή Αντοχή

Η ανάπτυξη νέων αντιβιοτικών, αντιιικών και ανθελονοσιακών φαρμάκων αποτελούν μεγάλες επιτυχίες της εποχής μας. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο χρόνος που χρησιμοποιήσαμε τα παραπάνω φάρμακα φτάνει στο τέλος του. Η αντιμικροβιακή αντοχή, η ικανότητα δηλαδή των βακτηρίων, των παρασίτων, των ιών και των μυκήτων να αντιστέκονται στη δράση των παραπάνω φαρμάκων, μπορεί να επιστρέψει την ιατρική σε μία εποχή όπου δεν μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε λοιμώξεις όπως η πνευμονία, η φυματίωση, η γονόρροια και η σαλμονέλλα. Η αδυναμία να ανετιμετωπίσουμε τις λοιμώξεις αυτές θα επιβαρύνει σημαντικά τη χειρουργική και άλλες θεραπείες όπως η χημειοθεραπεία.

Η ανθεκτικότητα στα φάρμακα της φυματίωσης αποτελεί ένα μεγάλο εμπόδιο στην αντιμετώπιση της νόσου η οποία προκαλεί σχεδόν 10 εκατομμύρια ασθένειες και 1.6 εκατομμύρια θανάτους ετησίως. Το 2017, σχεδόν 600.000 περιστατικά φυματίωσης ήταν ανθεκτικά στη ριφαμπικίνη (το πιο αποτελεσματικό φάρμακο πρώτης γραμμής) και 82% των ασθενών αυτών είχαν πολυανθεκτική φυματίωση.

Η ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής χρήσης τους τόσο σε ανθρώπους όσο και σε ζώα, ιδιαίτερα στα ζώα της κτηνοτροφίας. Ο WHO προσπαθεί να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο σχέδιο δράσης για να αντιμετωπίσει την αντιμικροβιακή αντοχή αυξάνοντας την ενημέρωση και τη γνώση, περιορίζοντας τη φλεγμονή και ενθαρρύνοντας τη σωστή χρήση των αντιμικροβιακών.

Ebola και Επικίνδυνα Παθογόνα

Το 2018, η Δημοκρατία του Κονγκό είχε δύο επιδημίες Ebola, οι οποίες εξαπλώθηκαν σε πόλεις με περισσότερα από 1 εκατομμύριο άτομα. Μία από τις δύο πόλεις ανήκει επίσης σε εμπόλεμη ζώνη.

Αυτό δείχνει ότι το περιβάλλον που εμφανίζονται οι επιδημίες του Ebola έχει σημασία και είναι πολύ πιο επικίνδυνες σε αστικές παρά σε αγροτικές περιοχές.

Στη συνάντηση που έγινε τον προηγούμενο Δεκέμβριο για την ετοιμότητα σε μία πιθανή επιδημία, συμμετέχοντες από τον τομέα της δημόσιας υγείας, της κτηνοτροφίας, της μεταφοράς και του τουρισμού εστίασαν στην αντιμετώπιση των επιδημιών στις αστικές περιοχές.

Χαμηλού Επιπέδου Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας

Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι συνήθως το πρώτο σημείο επαφής των ασθενών με το σύστημα υγείας και ιδανικά πρέπει να προσφέρει οικονομική, υψηλής ποιότητας και άμεση φροντίδα στο σύνολο της ζωής ενός ατόμου.

Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας πρέπει να αρκεί για την κάλυψη της πλειοψηφίας των αναγκών υγείας ενός ατόμου στη διάρκεια ζωής του. Κάθε χώρα πρέπει να έχει ισχυρό σύστημα υγείας έτσι ώστε να διασφαλιστεί η παγκόσμια κάλυψη.

Ωστόσο, αρκετές χώρες έχουν ανεπαρκείς δομές για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας. Αυτό αποδίδεται είτε σε έλλειψη πόρων σε αναπτυσσόμενες χώρες είτε σε υπερβολική ενασχόληση με μία συγκεκριμένη νόσο. Το 2019, ο WHO θα εργαστεί για να ενισχύσει την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας σε αρκετές χώρες και να διασφαλίσει την εφαρμογή των συμφωνηθέντων στη Διακήρυξη της Αστάνα.

Διαστακτικότητα Εμβολιασμού

Η διαστακτικότητα του εμβολιασμού (δηλαδή η άρνηση του εμβολιασμού παρά τη διαθεσιμότητα των εμβολίων) απειλεί να ανατρέψει τις προόδους στην αντιμετώπιση των νόσων που προλαμβάνονται από τα εμβόλια. Ο εμβολιασμός είναι ένας από τους πλέον αποτελεσματικούς τρόπους να προληφθούν διάφορες νόσοι. Σήμερα, προλαμβάνει σχεδόν 2-3 εκατομμύρια θανάτους ετησίως και είναι δυνατό να προληφθούν 1.5 εκατομμύρια θάνατοι ακόμα αν βελτιωθεί η παγκόσμια κάλυψη εμβολιασμών.

Τα περιστατικά ιλαράς για παράδειγμα, έχουν αυξηθεί κατά 30% παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Οι λόγοι για την αύξηση αυτή είναι σύνθετη και δεν αποδίδονται μόνο στην διστακτικότητα των εμβολιασμών. Ωστόσο, ορισμένες χώρες που είχαν φτάσει κοντά στην εξάλειψη της νόσου, παρουσιάζουν πλέον νέα περιστατικά.

Οι λόγοι που κάποιος επιλέγει να μην εμβολιαστεί είναι σύνθετοι. Μία ομάδα από τον WHO ταυτοποίησε τον εφησυχασμό, την δυσκολία πρόσβασης στα εμβόλια και τη μειωμένη εμπιστοσύνη σε αυτά ως σημαντικότερους λόγους. Οι επαγγελματίες υγείας, ιδιαίτερα αυτοί που εργάζονται στις διάφορες κοινότητες, αποτελούν τον πιο έμπιστο σύμβουλο στην απόφαση να γίνει εμβολιασμός.

Το 2019, ο WHO θα προσπαθήσει να εξαλείψει τον καρκίνο του τραχήλου παγκοσμίως αυξάνοντας την κάλυψη του εμβολίου HPV. Θα εργαστεί επίσης για να ανακόψει την εξάπλωση της πολιομυελίτιδας στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν. Πέρσι, αναφέρθηκαν σχεδόν 30 περιστατικά στις δύο αυτές χώρες. Ο στόχος είναι να υποστηριχθούν περισσότερο οι δύο αυτές χώρες για να εμβολιαστεί κάθε παιδί έτσι ώστε να εξαλειφθεί η σοβαρή αυτή νόσος.

Δάγγειος Πυρετός

Η νόσος αυτή μεταδίδεται με τα κουνούπια και προκαλεί συμπτώματα που ομοιάζουν τη γρίπη. Το 20% των ασθενών με σοβαρό δάγγειο πυρετό καταλήγουν, επομένως η νόσος έχει αποτελέσει στόχο της έρευνας για αρκετές δεκαετίες.

Ένας μεγάλος αριθμός περιστατικών εμφανίζονται τις εποχές βροχοπτώσεων σε χώρες όπως το Μπαγκλαντές και η Ινδία. Σήμερα, η διάρκεια των παραπάνω εποχών επιμυκήνεται και η νόσος επεκτείνεται σε λιγότερο τροπικές χώρες, όπως το Νεπάλ που δεν είχε περιστατικά στο παρελθόν.

Εκτιμάται ότι το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού μπορεί να προσβληθεί από τη νόσο και παρατηρούνται συνολικά 390 εκατομμύρια λοιμώξεις ετησίως. Οι στρατηγικές για τον περιορισμό του Δάγγειου πυρετού στοχεύουν στη μείωση των θανάτων κατά 50% μέχρι το 2020.

Ιός HIV (AIDS)

Η πρόοδος για την αντιμετώπιση του HIV ήταν σημαντική τα τελευταία χρόνια. Γίνονται πλέον εξετάσεις συχνά, υπάρχουν αντιρετροϊκά φάρμακα και περισσότερα άτομα έχουν πρόσβαση σε μέτρα πρόληψης όπως η προφυλακτική αγωγή πριν την έκθεση.

Ωστόσο, η επιδημία του AIDS συνεχίζει να εξαπλώνεται με σχεδόν 1 εκατομμύριο άτομα να καταλήγουν κάθε χρόνο από τον ιό. Από την αρχή της επιδημίας, περισσότερα από 70 εκατομμύρια άτομα έχουν μολυνθεί με τον ιό και σχεδόν 35 εκατομμύρια έχουν καταλήξει. Σήμερα, σχεδόν 37 εκατομμύρια άτομα είναι φορείς του HIV. Οι ομάδες που επηρεάζονται περισσότερο έχουν συνήθως μειωμένη πρόσβαση στη φροντίδα υγείας. Μία ομάδα αυξημένου κινδύνου για τη νόσο είναι οι γυναίκες ηλικίας 15-24 ετών, στις οποίες εντοπίζεται το 25% των λοιμώξεων στην υποσαχάρια Αφρική παρά το γεγονός ότι αποτελούν μόλις το 10% του πληθυσμού.

Το 2019, ο WHO θα εργαστεί με διάφορες χώρες για να αυξηθούν τα ποσοστά διάγνωσης της νόσου, έτσι ώστε περισσότερα άτομα να λάβουν θεραπεία (ή προληπτικά μέτρα σε περίπτωση ενός αρνητικού αποτελέσματος).

Βιβλιογραφία: WHO

Φωτογραφία: United States Mission Geneva