Η αϋπνία είναι μία νόσος που επηρεάζει ένα μεγάλο ποσοστό ασθενών παγκοσμίως. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα, το 40% του πληθυσμού θα παρουσιάσει κάποια συμπτώματα αϋπνίας ετησίως.

Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό στην επιστημονική κοινότητα και αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η αϋπνία δεν είναι απλά ένα ενοχλητικό σύμπτωμα, αλλά συνδέεται με αρκετές αρνητικές επιδράσεις για την υγεία.

Η μικρή διάρκεια, αλλά και άλλες διαταραχές του ύπνου, έχουν συνδεθεί με αρκετά προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων οι καρδιαγγειακές παθήσεις, ο διαβήτης και η κατάθλιψη.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ερευνητές αναζητούν τρόπους για την πρόληψη ή αντιμετώπιση της αϋπνίας.

Διάφορες έρευνες που δημοσιεύτηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει ότι η διατροφή μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του ύπνου. Μία νέα έρευνα από το Columbia University Vagelos College of Physicians and Surgeons στη Νέα Υόρκη έδειξε ότι μία διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αϋπνίας στις γυναίκες άνω των 50.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο The American Journal of Clinical Nutrition.

«Η αϋπνία αντιμετωπίζεται συνήθως με γνωστική συμπεριφορική θεραπεία ή φάρμακα, θεραπείες οι οποίες είναι είτε ακριβές είτε έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες», είπε ο επικεφαλής της έρευνας James Gangwisch, PhD.

«Αναγνωρίζοντας και άλλους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο αϋπνίας, θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε απλές και φτηνές παρεμβάσεις με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες», πρόσθεσε.

Ο Μηχανισμός Δράσης

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από 53.069 γυναίκες ηλικίας 50-79 ετών, οι οποίες είχαν λάβει μέρος στο Women’s Health Initiative Observational Study από το Σεπτέμβριο του 1994 μέχρι το Δεκέμβριο του 1998.

Θέλοντας να εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα στη διατροφή και τον κίνδυνο αϋπνίας, οι ερευνητές παρατήρησαν πως επηρεάζεται ο ύπνος από διάφορες δίαιτες.

Ο Gangwisch και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι η διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε επεξεργασμένους υδατάνθρακες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αϋπνίας. Στους υδατάνθρακες αυτούς περιλαμβάνεται το λευκό ρύζι, το λευκό ψωμί, η σόδα και τα προστιθέμενα σάκχαρα.

Οι ερευνητές τόνισαν ωστόσο ότι η έρευνά τους δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στους επεξεργασμένους υδατάνθρακες και την αϋπνία. Δεν είναι επίσης σαφές ποια είναι η κατεύθυνση της παραπάνω σύνδεσης.

Όπως συμπλήρωσαν, ωστόσο, υπάρχει ένας μηχανισμός που μπορεί να εξηγήσει γιατί τα προστιθέμενα σάκχαρα προκαλούν διαταραχές του ύπνου.

«Όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα αυξάνονται γρήγορα, ο οργανισμός αντιδρά απελευθερώνοντας ινσουλίνη. Η επακόλουθη μείωση στα επίπεδα της γλυκόζης προκαλεί απελευθέρωση ορμονών όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε αϋπνία», εξήγησε ο Gangwisch.

Ο Ρόλος των Φρούτων

Οι ερευνητές εξήγησαν επίσης γιατί το φαινόμενο αυτό δεν παρατηρείται σε όλα τα τρόφιμα που περιέχουν υδατάνθρακες. Τα φρούτα και τα λαχανικά (που περιέχουν υδατάνθρακες) δεν αυξάνουν τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα το ίδιο γρήγορα με τα τρόφιμα που περιέχουν προστιθέμενα σάκχαρα.

Αυτό συμβαίνει γιατί τα τρόφιμα αυτά περιέχουν επίσης υψηλές ποσότητες ινών, με αποτέλεσμα οι υδατάνθρακες να απορροφώνται πιο αργά από τον οργανισμό, γεγονός που δεν προκαλεί ταχεία αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης.

Πράγματι, από τα αποτελέσματα της έρευνας διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες που έκαναν διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο αϋπνίας.

«Τα φρούτα περιέχουν υδατάνθρακες, ωστόσο οι ίνες επιβραδύνουν την απορρόφησή τους με αποτέλεσμα να μην παρατηρείται ταχεία αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα», είπε ο Gangwisch.

«Αυτό μας δείχνει ότι τα τρόφιμα που ενοχοποιούνται περισσότερο για την αϋπνία είναι τα επεξεργασμένα τρόφιμα που περιέχουν υψηλές ποσότητες υδατανθράκων», πρόσθεσε.

Οι ερευνητές εξέτασαν μόνο γυναίκες άνω των 50 ετών ωστόσο πιστεύουν ότι οι παρατηρήσεις τους αφορούν και τα δύο φύλα σε όλες τις ηλικίες. Όπως πιστεύουν, η θεωρία τους πρέπει να εξεταστεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από μελλοντικές έρευνες.

«Θα χρειαστεί να γίνουν στο μέλλον τυχαιοποιημένες μελέτες για να διαπιστώσουμε αν υπάρχουν παρεμβάσεις στη διατροφή που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της αϋπνίας», κατέληξε ο Gangwisch.