Σε ένα ιδανικό σενάριο, όλες οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας έχουν εμβολιαστεί πλήρως πριν μείνουν έγκυες. Ωστόσο, το παραπάνω αποτελεί ουτοπία, επομένως αρκετές γυναίκες δεν έχουν κάνει τα απαραίτητα εμβόλια κατά την πρώτη επίσκεψή τους στον γυναικολόγο στην αρχή της εγκυμοσύνης. Είναι λοιπόν ευθύνη του γιατρού να ενημερώσει την έγκυο σχετικά με τα εμβόλια που χρειάζεται.

Κατά την πρώτη επίσκεψη στο γυναικολόγο, επομένως, αυτός πρέπει να βεβαιωθεί ότι η γυναίκα έχει ανοσία για την ερυθρά και την ανεμευλογιά. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις γυναίκες που δεν γνωρίζουν αν έχουν εμβολιαστεί για τις παραπάνω παθήσεις και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να μεταδώσουν τη λοίμωξη στο έμβρυο.

Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η έγκυος δεν έχει κάνει το εμβόλιο MMR (Ιλαρά-Ερυθρά-Παρωτίτιδα) ή αυτό της ανεμευλογιάς, αυτά πρέπει να γίνονται μετά τον τοκετό, ακόμα και αν η γυναίκα θηλάζει. Τόσο το εμβόλιο MMR όσο και αυτό της ανεμευλογιάς αποτελούν εμβόλια με ζωντανούς ιούς. Η πιθανότητα να υπάρξει μόλυνση του εμβρύου στη χορήγηση των εμβολίων κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι σχετικά μικρή. Ωστόσο, τα εμβόλια αυτά δεν πρέπει να χορηγούνται σε εγκύους καθώς ο κίνδυνος, αν και μικρός, είναι υπαρκτός. Όλα τα εμβόλια με ζωντανούς ιούς αντενδείκνυνται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Εμβόλια που μπορούν να χορηγηθούν στην εγκυμοσύνη

Εμβόλιο της Γρίπης

Το σημαντικότερο από τα εμβόλια που πρέπει να χορηγούνται σε κάθε εγκυμοσύνη είναι αυτό της γρίπης. Ο ιός της γρίπης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσηση στη μητέρα, ακόμα και νοσηλεία, ωστόσο η πιο επικίνδυνη επιπλοκή είναι ο πρόωρος τοκετός. Η νόσος μπορεί επίσης να μεταδοθεί και στο έμβρυο, γεγονός που συνοδεύεται από υψηλά ποσοστά θνησιμότητας. Επομένως, ένα εμβόλιο προστατεύει τόσο τη μητέρα όσο και το έμβρυο.

Το εμβόλιο της γρίπης πρέπει να χορηγείται κανονικά το φθινόπωρο. Οι γυναίκες των οποίων η ημερομηνία του τοκετού βρίσκεται στον Ιούλιο ή τον Αύγουστο, εποχή κατά την οποία το εμβόλιο της επόμενης χρονιάς δεν είναι ακόμα διαθέσιμο, μπορούν να λάβουν το εμβόλιο κατά την πρώτη τους επίσκεψη στον γιατρό μετά τον τοκετό. Το σημαντικότερο πρόβλημα από τη γρίπη είναι η πνευμονία, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις έγκυες, αλλά και τις γυναίκες που γέννησαν πρόσφατα. Το εμβόλιο της γρίπης μπορεί να χορηγηθεί σε οποιοδήποτε τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Εμβόλιο Tdap

Το δεύτερο εμβόλιο που πρέπει να χορηγείται στην εγκυμοσύνη είναι το εμβόλιο Tdap (τέτανος, διφθερίτιδα και κοκκύτης). Το εμβόλιο αυτό πρέπει να γίνεται στο διάστημα μεταξύ της 27ης και 36ης εβδομάδας της κύησης. Σύμφωνα με μία πρόσφατη ανακοίνωση από το Society of Obstetricians and Gynaecologists του Καναδά, ο κοκκύτης είναι μία λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος που μπορεί να μεταδοθεί σε παιδιά κάτω των 4 μηνών και να προκαλέσει σημαντικό κίνδυνο. Το εμβόλιο Tdap χορηγείται στις εγκύους με σκοπό να ενισχυθεί η ανοσιακή απόκριση της μητέρας στον κοκκύτη και να μεγιστοποιηθεί η θετική μεταφορά αντισωμάτων στο έμβρυο.

Οι γυναίκες που δεν έχουν κάνει ποτέ το Tdap, πρέπει να το κάνουν αμέσως μετά τον τοκετό, αν και το ιδανικό είναι αυτό να γίνεται κατά την εγκυμοσύνη για να διασφαλιστεί η μεταφορά των αντισωμάτων στο έμβρυο.

Εμβόλιο του πνευμονιοκόκκου

Το εμβόλιο αυτό δεν πρέπει να γίνεται σε κάθε εγκυμοσύνη, ωστόσο συνίσταται για τις γυναίκες που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Αυτές είναι οι γυναίκες με καρδιακές ή πνευμονικές παθήσεις, δρεπανοκυτταρική αναιμία ή διαβήτη. Το εμβόλιο πρέπει να γίνεται επίσης στις γυναίκες που καπνίζουν. Στις γυναίκες που πάσχουν από μία από τις παραπάνω νόσους πρέπει να χορηγείται το εμβόλιο PPSV23, ενώ σε γυναίκες με κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, όπως αυτές που πάσχουν από HIV, πρέπει να γίνεται το εμβόλιο PCV13. Το εμβόλιο PCV13 πρέπει επίσης να χορηγείται μόνο όταν τα οφέλη από αυτό ξεπερνούν τους κινδύνους.

Εμβόλια που χορηγούνται υπό προϋποθέσεις

Εμβόλιο Ηπατίτιδας Α

Η λοίμωξη από τον παραπάνω ιό μπορεί να προκαλέσει σοβαρή νόσηση σε έγκυες γυναίκες. Οι γυναίκες που πάσχουν από παθήσεις όπως η χρόνια ηπατική νόσος, πρέπει να κάνουν το εμβόλιο της ηπατίτιδας Α κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά την εγκυμοσύνη.

Εμβόλιο για τον Μηνιγγιτιδόκοκκο

Επιδημίες της παραπάνω νόσου αναφέρονται κατά καιρούς σε διάφορες περιοχές. Οι έγκυες γυναίκες που έχουν εκτεθεί σε οποιοδήποτε από τα είδη του Neisseria meningitidis διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης. Το εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο τύπου Β, ο οποίος ευθύνεται για το μεγαλύτερο ποσοστό των περιστατικών μηνιγγίτδας στα βρέφη και τα παιδιά μικρής ηλικίας, πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός αν η γυναίκα διατρέχει αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από τη νόσο. Αντιθέτως, το τετραδύναμο εμβόλιο το οποίο προστατεύει από τις υποομάδες A, C, W και Y μπορεί να χορηγηθεί κανονικά κατά την εγκυμοσύνη εφόσον παρουσιαστεί επιδημία μηνιγγιτιδόκοκκου.

Εμβόλιο για την Ηπατίτιδα Β

Το εμβόλιο αυτό πρέπει να χορηγείται μόνο σε γυναίκες που ζουν με κάποιον που πάσχει από ηπατίτιδα Β ή έχουν ιστορικό πρόσφατης χρήσης ενεσίμων απαγορευμένων ουσιών. Το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β μπορεί να χορηγηθεί στις γυναίκες αυτές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μετά τον τοκετό.

Εμβόλιο για τον HPV

Κανένα από τα δύο εμβόλια για τον HPV δεν πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η χορήγηση των εμβολίων κατά την εγκυμοσύνη μπορεί να προκαλέσει επιπλοκές. Συγκεκριμένα, μία έρευνα από τη Δανία εξέτασε 1665 γυναίκες που είχαν κάνει το τετραδύναμο εμβόλιο για τον HPV στην αρχή της κύησης σε σύγκριση με 6660 γυναίκες που δεν έκαναν το εμβόλιο. Από τα αποτελέσματα της έρευνας επιβεβαιώθηκε ότι το εμβόλιο ΔΕΝ αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής, συγγενών ανωμαλιών, προώρου τοκετού ή χαμηλού βάρους γέννησης. Το εμβόλιο για τον HPV κανονικά πρέπει να γίνεται σε όλες τις γυναίκες ηλικίας μέχρι 26 ετών και μπορεί να χορηγηθεί κανονικά στις γυναίκες μετά τον τοκετό ή σε αυτές που θηλάζουν. Ενδεικτικά, η πρώτη δόση του εμβολίου μπορεί να γίνει αμέσως μετά τον τοκετό και η δεύτερη στην πρώτη επίσκεψη στον γιατρό μετά το εξιτήριο από το νοσοκομείο. Η τρίτη δόση μπορεί να γίνει 4 μήνες μετά τη δεύτερη. Στις νεαρές έφηβες γυναίκες η τρίτη δόση δεν είναι απαραίτητη, ωστόσο για τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας αυτή πρέπει να γίνεται κανονικά.

Βιβλιογραφία: Medscape