Τα οιστρογόνα ως συμπληρωματική θεραπεία βοηθούν στον περιορισμό των συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας στις γυναίκες που πάσχουν από τη νόσο, προσφέροντας μία νέα θεραπευτική επιλογή, όπως κατέληξε μία νέα έρευνα.

Η συστηματική μελέτη της βιβλιογραφίας από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ έδειξε ότι η προσθήκη οιστρογόνων μειώνει τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας με ένα δοσοεξαρτώμενο και στατιστικώς σημαντικό τρόπο σε σύγκριση με τη θεραπεία που περιλάμβανε μόνο αντιψυχωσικά.

«Η έρευνά μας δείχνει ότι τα οιστρογόνα έχουν σημαντική επίδραση στην βελτίωση των ψυχωσικών συμπτωμάτων. Τα αποτελέσματα αυτά είναι πολύ ενθαρρυντικά και πρέπει σίγουρα να εξεταστούν από μελλοντικές έρευνες», δήλωσε η Βιβιάνα Αλβάρεζ Τόρο, μία επιστήμονας που είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

Τα ευρήματα παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο του American Psychiatric Association.

«Φυσικό Αντιψυχωσικό»

Η σχιζοφρένεια επηρεάζει σχεδόν το 1% του πληθυσμού χωρίς να παρουσιάζει αυξημένη συχνότητα σε κάποιο από τα δύο φύλα. Ωστόσο συχνά, η συμπτωματολογία της νόσου είναι διαφορετική στους άνδρες και τις γυναίκες.

Η Αλβάρεζ Τόρο και η Ελίζ Τέρνερ από το Πανεπιστήμιο του Μέριλαντ, σημείωσαν ότι οι νεαρές γυναίκες παρουσιάζουν συνήθως συμπτώματα 3-4 χρόνια αργότερα σε σχέση με τους άνδρες ίδιας ηλικίας και τα συμπτώματα εμφανίζονται αρχικά εξ’αιτίας των διακυμάνσεων στα επίπεδα των ορμονών.

Επιπλέον, προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα συνολικά επίπεδα οιστρογόνων είναι γενικά χαμηλότερα στις γυναίκες με σχιζοφρένεια σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν πάρχουν από τη νόσο.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει επίσης ότι τα οιστρογόνα ενισχύουν τους ανταγωνιστές ντοπαμίνης σε μοντέλα πειραματοζώων και μπορεί να δρουν ως φυσικός αντιψυχωσικός παράγοντας, γεγονός που μπορεί να εξηγεί τις διαφορές στη συμπτωματολογία ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.

Οι ερευνητές τονίζουν επίσης ότι τα οιστρογόνα μπορεί να έχουν προστατευτικό ρόλο στο νευρωνικό τραυματισμό, καθώς ενισχύουν την νευρογένεση και την επαναμυελίνωση.

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η Αλβάρεζ Τόρο και οι συνεργάτες της έκαναν μία συστηματική μελέτη για να εξετάσουν τις επιδράσεις της συμπληρωματικής θεραπείας οιστρογόνων σε ενήλικες γυναίκες σε σύγκριση με την τυπική μονοθεραπεία αντιψυχωσικών.

Δοσο-εξαρτώμενη Σύνδεση

Για τη μελέτη τους, οι επιστήμονες εξέτασαν μόνο τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες. Η τελική τους ανάλυση βασίστηκε σε 6 έρευνες με συνολικά 426 ενήλικες γυναίκες που είχαν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια με βάση τα κριτήρια του DSM.

Χρησιμοποιήθηκαν επίσης οι κλίμακες Positive and Negative Syndrome Scale (PANSS) και Brief Psychiatric Rating Scale (BPRS) για να εκτιμηθούν τα θετικά και τα αρνητικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας.

Το κύριο σημείο ενδιαφέροντος της έρευνας ήταν ο περιορισμός των θετικών και των αρνητικών συμπτωμάτωντης σχιζοφρένειας, όπως αυτά εκτιμήθηκαν από τις παραπάνω δύο κλίμακες.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όλες οι έρευνες που εκτίμησαν τα συμπτώματα χρησιμοποιώντας PANSS παρατήρησαν στατιστικώς σημαντική μείωση στα συνολικά σκορ για τις γυναίκες που είχαν λάβει θεραπεία με οιστρογόνα σε σχέση με αυτές που είχαν κάνει μονοθεραπεία με αντιψυχωσικά.

Η έρευνα έδειξε επίσης ότι καθώς αυξάνονται οι δόσεις των οιστρογόνων, παρατηρείται μεγαλύτερη μείωση στο συνολικό σκορ στην PANSS. Η μοναδική έρευνα που χρησιμοποίησε την κλίμακα BPRS παρατήρησε μη στατιστικώς σημαντική μείωση στο συνολικό σκορ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με οιστρογόνα σε σχέση με αυτές που έλαβαν μονοθεραπεία με αντιψυχωσικά.

Συνολικά, όπως δήλωσε η Αλβάρεζ Τόρο, τα οιστρογόνα ως συμπληρωματική θεραπεία σε γυναίκες με σχιζοφρένεια φαίνεται ότι μειώνουν τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά συμπτώματα ανάλογα με τη δόση. Αν και προς το παρόν δεν επηρεάζεται άμεσα η θεραπεία της νόσου, οι ερευνητές δήλωσαν ότι τα αποτελέσματα δίνουν το έναυσμα για περισσότερες μελέτες.

Επίκαιρη και Σημαντική

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης, η Ντολόρες Μαλασπίνα δήλωσε ότι η έρευνα είναι ιδιαίτερα σημαντική.

«Παρατηρείται συνεχώς ότι μπορεί να εμφανιστούν ψυχιατρικά συμπτώματα πριν την έμμηνο ρύση και αυτά περιλαμβάνουν τόσο θετικά όσο και αρνητικά συμπτώματα στις γυναίκες με σχιζοφρένεια», είπε η Μαλασπίνα, καθηγήτρια νευροεπιστημών, ψηχιατρικής και γενετικής στο Icahn School of Medicine στη Νέα Υόρκη.

Η Μαλασπίνα πρόσθεσε επίσης ότι η απορρύθμιση των ορμονών του φύλου αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό της νόσου. Τόνισε επίσης ότι τα οιστρογόνα και η κορτιζόλη έχουν ανάστροφη σχέση και ότι η τελευταία είναι συχνά αυξημένη στις γυναίκες με σχιζοφρένεια, γεγονός που επηρεάζει τα επίπεδα των οιστρογόνων.

Η Μαλασπίνα δήλωσε ότι τα οιστρογόνα μπορεί να αποτελούν σημαντική συμπληρωματική θεραπεία για ορισμένες γυναίκες, ωστόσο η χορήγηση των ορμονών αυτών συχνά συνοδεύεται από κινδύνους, όπως ο αυξημένος κίνδυνος καρκίνου και η υπέρταση.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Marco Verch