Αρκετά συχνά ο γιατρός μάς ζητά να περιγράψουμε το επίπεδο του πόνου που βιώνουμε σε μία κλίμακα από το 0 εώς το 10 με το 0 να αντιστοιχεί σε απουσία πόνου, ενώ το 10 σε εξαιρετικά έντονο πόνο.

Η κλίμακα αυτή δημιουργήθηκε αρχικά για να βοηθήσει τους γιατρούς και τους νοσηλευτές να καταγράφουν και να παρακολουθούν καλύτερα την πορεία του πόνου σε έναν ασθενή, έτσι ώστε να μπορούν να προσφέρουν την κατάλληλη θεραπεία.

Ωστόσο σήμερα, συνειδητοποιούμε ότι η κλίμακα αυτή είναι πολύ απλοϊκή για να ποσοτικοποιήσει κάτι τόσο σύνθετο. Αρκετοί ασθενείς δυσκολεύονται να αντιστοιχήσουν τον πόνο τους με ένα αριθμό με αποτέλεσμα να γίνονται αρκετές λανθασμένες διαγνώσεις.

Οι Αριθμοί

Η κλίμακα από το 1 έως το 10 για την εκτίμηση του πόνου αναπτύχθηκε το 1970 από επιστήμονες οι οποίοι ήθελαν να μπορούν να υπολογίσουν και να παρακολουθήσουν την πορεία και βελτίωση του πόνου στις διάφορες έρευνες.

Η μέθοδος αυτή φάνηκε αρχικά να βοηθά σημαντικά, καθώς μέσω αυτής οι επιστήμονες μπορούσαν να αναφερθούν στα επίπεδα του πόνου με μεγαλύτερη ακρίβεια απ’ότι στο παρελθόν. Για παράδειγμα, αν ένα φάρμακο μείωνε τα επίπεδα του πόνου από 8 σε 4 στα άτομα που το είχαν λάβει, οι ερευνητές μπορούσαν να πουν ότι το φάρμακο αυτό έχει αναλγητική δράση. Ένα από τα κύρια προβλήματα της παραπάνω κλίμακας ωστόσο είναι ότι είναι πολύ υποκειμενική. Τα επίπεδα πόνου που κάποιος ασθενής ορίζει ως 8, ένας άλλος ασθενής μπορεί να τα θεωρεί 4, επομένως η κλίμακα αυτή δεν είναι ιδιαίτερα ακριβής.

Μία νέα κατεύθυνση

Κατά συνέπεια των παραρπάνω, οι ερευνητές έχουν ξεκινήσει να αναζητούν νέες προσεγγίσεις για την εκτίμηση του πόνου. Μία από αυτές υποστηρίζει ότι δεν αρκεί ένα νούμερο και επομένως ο υπολογισμός του πόνου πρέπει να γίνεται με μία πολύπλευρη προσέγγιση. Για παράδειγμα:

  • Ταξινόμηση του πόνου. Οι ασθενείς μπορούν να επιλέξουν από ορισμένες κατηγορίες, όπως ήπιος, μέτριος ή σοβαρός, με πιθανές διαβαθμίσεις στο κάθε επίπεδο.
  • Λεπτομέρειες για τον πόνο. Ο ασθενής προσφέρει ειδικές λεπτομέρειες για την τοπική και χρονική εντόπιση του πόνου, καθώς και τις δραστηριότητες που τον επιδεινώνουν ή ανακουφίζουν από αυτόν.
  • Συχνότητα και Διάρκεια. Πότε εμφανίζονται οι εξάρσεις του πόνου; Έρχονται και φεύγουν ή έχουν συγκεκριμένη διάρκεια; Τα συνοδά συμπτώματα παρουσιάζουν διακύμανση και αν ναι με τι συχνότητα;
  • Περιγραφή του πόνου. Είναι αμβλύς, διαξιφιστικός, καυστικός ή παλλόμενος;

Εκτίμηση της ποιότητας ζωής

Τελικά, ο ασθενής και ο γιατρός του πρέπει να εξετάσουν πόσο επηρεάζεται η ποιότητα ζωής από τον πόνο. Σε αρκετούς ασθενείς, ο πόνος μπορεί να μην επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής ανεξαρτήτως του βαθμού που έχει στην κλίμακα. Στην περίπτωση αυτή είναι προτιμότερο να παρακολουθήσετε την πορεία του πόνου και να μην λάβετε φάρμακα άμεσα.

Η νέα αυτή προσέγγιση στην εκτίμηση του πόνου μπορεί να ακούγεται πιο σύνθετη, ωστόσο ο στόχος της είναι να προσφέρει περισσότερες πληροφορίες στον γιατρό έτσι ώστε αυτός να μπορεί να έχει την καλύτερη εικόνα για την κατάσταση του ασθενούς. Αυτό θα του επιτρέψει να χορηγήσει την κατάλληλη θεραπεία για τον κάθε ασθενή.

Βιβλιογραφία: Harvard Health