3 στους 5 ασθενείς που νοσηλεύονται για έμφραγμα του μυοκαρδίου ή άλλα σοβαρά προβλήματα του καρδιαγγειακού έχουν τουλάχιστον μέτριο κίνδυνο πτώσεων μετά την επιστροφή τους στο σπίτι και ο κίνδυνος αυτός συνδέεται συχνά με αυξημένη πιθανότητα πρωίμου θανάτου, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από 2456 άτομα που είχαν νοσηλευτεί για έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακή ανεπάρκεια ή κολπική μαρμαρυγή. Μέσα σε ένα χρόνο από τη νοσηλεία τους, οι 362 ασθενείς κατέληξαν, με το 15% από αυτούς να πεθαίνει μέσα στο πρώτο έτος.

Με βάση την εκτίμηση της συνολικής υγείας και της λειτουργικότητάς τους, το 22% των ασθενών είχε υψηλό κίνδυνο πτώσεων και το 38% μέτριο κίνδυνο.

Σε σύγκριση με τους ασθενείς που διατρέχουν χαμηλό κίνδυνο πτώσεων, τα άτομα με μέτριο κίνδυνο έχουν 51% αυξημένη πιθανότητα θανάτου μέσα στο 1ο έτος, ενώ οι ασθενείς με υψηλό κίνδυνο έχουν τριπλάσια πιθανότητα.

«Ο αυξημένος κίνδυνος πτώσεων αποτελεί χαρακτηριστικό της αδυναμίας ή της αυξημένης ευαισθησίας στους στρεσογόνους παράγοντες», είπε η επικεφαλής της έρευνας, Δρ Βερονίκ Ρότζερ.

«Ο σημαντικότερος παράγοντας για τον περιορισμό του κινδύνου πτώσεων είναι η διατήρηση της μυϊκής μάζας και της ισορροπίας», συμπλήρωσε. «Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την τακτική φυσική άσκηση σε ένα ασφαλές περιβάλλον».

Οι ασθενείς που εξέτασε η έρευνα είχαν μέσο όρο ηλικίας τα 71 έτη και αρκετοί από αυτούς είχαν υπέρταση, υψηλή χοληστερόλη, ιστορικό καπνίσματος και ήταν υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Συνολικά, το 18% είχε τουλάχιστον μία ακόμα νοσηλεία μέσα σε 30 μέρες από το πρώτο εξιτήριο. Μέσα σε ένα χρόνο, οι 1.177 ασθενείς είχαν συνολικά 2.325 νοσηλείες.

Οι περισσότερες νοσηλείες και θάνατοι στην έρευνα δεν σχετίστηκαν με καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως ανέφεραν οι ερευνητές στο Circulation: Cardiovascular Quality Outcomes. Συνολικά, το 59% των θανάτων, το 57% των νοσηλειών μέσα σε 30 ημέρες και το 65% των νοσηλειών μέσα στο επόμενο έτος δεν αποδόθηκαν σε καρδιακά προβλήματα.

Οι ασθενείς με τον υψηλότερο κίνδυνο πτώσεων ήταν γενικά μεγαλύτερης ηλικίας με το μέσο όρο ηλικίας τους να είναι τα 81 έτη. Οι ασθενείς με μέτριο κίνδυνο είχαν μέσο όρο ηλικίας τα 71 έτη, ενώ αυτοί με χαμηλό κίνδυνο τα 65.

Τα αποτελέσματα της έρευνας υπογραμμίζουν τη σημαντικότητα να διατηρείται η κινητικότητα μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή τη νοσηλεία για άλλο σοβαρό καρδιακό πρόβλημα, είπε η Δρ Σάρον Στράους, διευθύντρια του τμήματος γηριατρικής στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο.

«Όταν οι ασθενείς εισέρχονται στο νοσοκομείο με κάποιο καρδιακό πρόβλημα, συνήθως καθηλώνονται στο κρεβάτι. Ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, το γεγονός αυτό μπορεί να χειροτερεύσει τη φυσική τους κατάσταση και να οδηγήσει σε αδυναμία και απώλεια μυϊκής μάζας», συμπλήρωσε η Στράους, η οποία δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

«Η κινητικότητα και η λειτουργικότητα των ασθενών μπορεί να είχε ήδη επηρεαστεί πριν τη νοσηλεία τους αν είχαν ήδη καρδιακά προβλήματα», πρόσθεσε η Στράους. «Πρέπει να εκτιμούμε τη λειτουργικότητα των ηλικιωμένων και να ενισχύουμε την κινητικότητά τους, γεγονός που θα μειώσει τον κίνδυνο πτώσεων».

Η μειωμένη κινητικότητα και λειτουργικότητα όχι μόνο αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων, αλλά μπορεί να οδηγήσει πιο σοβαρούς τραυματισμούς, είπε η Σάιζα Καρινκάντα από το ινστιτούτο UKK στη Φινλανδία. Οι πτώσεις που οδηγούν σε κατάγματα του ισχίου ή τραυματισμούς της κεφαλής μπορεί να οδηγήσουν σε περισσότερους θανάτους, συμπλήρωσε η Καρινκάντα, που δεν είχε λάβει μέρος στην έρευνα.

«Ένας καλός τρόπος να προληφθούν οι πτώσεις είναι η ενίσχυση της μυϊκής δύναμης των κάτω άκρων και της ισορροπίας», πρόσθεσε η Καρινκάντα. «Η άσκηση με έναν ειδικό, όπως για παράδειγμα ένα φυσιοθεραπευτή είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για τους ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα».

Βιβλιογραφία: Medscape