Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας, οι ασθενείς που διαγιγνώνσκονται με αγχώδεις διαταραχές διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων, ιδιαίτερα κατά το 1ο έτος μετά τη διάγνωση της νόσου.

Η έρευνα αυτή, ομάδα ελέγχου της οποίας ήταν τα αδέρφια των εθελοντών, έδειξε καθαρή σύνδεση ανάμεσα στις κλινικά επιβεβαιωμένες αγχώδεις διαταραχές και τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νόσων, ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες μετά τη διάγνωση.

Οι εθελοντές που έπασχαν από κάποια αγχώδη διαταραχή είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακών νόσων σε σχέση με τα αδέρφια τους. Η σύνδεση αυτή παρατηρήθηκε εξίσου τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες και ήταν ανεξάρτητη από οικογενή χαρακτηριστικά, ιστορικό σωματικών ή ψυχικών νόσων και ψυχιατρικές συνοσηρότητες.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Χουάν Σονγκ από το Ινστιτιούτο Καρολίνσκα στη Σουηδία, δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό The BMJ.

«Ένα από τα πλεονεκτήματα της έρευνας ήταν ότι η ομάδα ελέγχου μας ήταν τα αδέρφια των εθελοντών, γεγονός που μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με τις ομοιότητες του περιβάλλοντος, του τρόπου ζωής και των συμπεριφορών υγείας ανάμεσα στους ασθενείς με μία αγχώδη διαταραχή και τα υγιή αδέρφια τους», είπε ο Σάιμον Μπέικον, ένας καθηγητής που έγραψε ένα συνοδευτικό άρθρο για την έρευνα. «Η έρευνα προσφέρει νέους τρόπους για την πρόληψη των καρδιαγγειακών παθήσεων σε αυτούς τους ασθενείς», συμπλήρωσε.

Στην έρευνα έλαβαν μέρος 136.637 εθελοντές από το Swedish National Patient Register που είχαν διαγνωστεί με αγχώδεις διαταραχές, μία ομάδα ελέγχου (από τα αδέρφια τους) με 171.314 υγιή άτομα και μία άλλη ομάδα ελέγχου με 1.366.370 άτομα από το γενικό πληθυσμό. Οι ερευνητές παρακολούθησαν την πορεία των εθελοντών για σχεδόν 27 χρόνια.

Οι αγχώδεις διαταραχές περιλαμβάνουν τη διαταραχή μετατραυματικού στρες, την οξεία αντίδραση στο στρες, τη διαταραχή προσαρμογής και άλλες παθολογικές αντιδράσεις στο άγχος.

Για τους ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές, τα αδέρφια τους και το γενικό πληθυσμό, η συχνότητα της καρδιαγγειακής νόσου ήταν 10.5, 8.4 και 6.9 ανά 1000 χρόνια ασθενών, αντίστοιχα, κατά τη διάρκεια των 27 ετών της έρευνας.

Οι ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές είχαν 64% αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τα αδέρφια τους να παρουσιάσουν καρδιαγγειακή νόσο τον 1ο χρόνο μετά τη διάγνωση της αγχώδους διαταραχής, ενώ ο κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας ήταν 595% αυξημένος για τον ίδιο πληθυσμό.

Ο κίνδυνος καρδιαγγειακών νόσων παρουσίαζε σταδιακά μείωση μετά τον 1ο χρόνο με το συνολικό κίνδυνο να είναι αυξημένος κατά 29%. Ο κίνδυνος αρρυθμίας ήταν 12% αυξημένος, ενώ ο κίνδυνος αρτηριακής θρόμβωσης ήταν 101%.

Η σύνδεση ήταν ισχυρότερη στους ασθενείς με μικρή ηλικία διάγνωσης των αγχώδων διαταραχών. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 28 ετών είχαν 52% αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νόσων σε σχέση με τα αδέρφια τους. Αντίστοιχα, οι ασθενείς 29-41 είχαν 26% αυξημένο κίνδυνο, ενώ οι ασθενείς άνω των 42 ετών είχαν 30%.

Παρατηρήθηκε επίσης ισχυρή σύνδεση ανάμεσα στις αγχώδεις διαταραχές και την πρώιμη εμφάνιση καρδιαγγειακών νόσων. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς που διαγνώστηκαν με αγχώδεις διαταραχές είχαν 40% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν καρδιαγγειακές παθήσεις πριν την ηλικία των 50 ετών και 24% αυξημένο κίνδυνο μετά από αυτή την ηλικία.

Η παρουσία ψυχιατρικής συνοσηρότητας  δεν επηρέασε την παραπάνω σύνδεση, με την εξαίρεση των θανατηφόρων καρδιαγγειακών παθήσεων.

Ο Μπέικον σημείωσε ότι η ισχυρότερη σύνδεση παρατηρήθηκε για την καρδιακή ανεπάρκεια τον 1ο χρόνο μετά τη διάγνωση της νόσου και συμπλήρωσε ότι «η καρδιακή ανεπάρκεια είναι συχνά μία χρόνια νόσος που εξελίσσεται αργά, επομένως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι υπάρχει αντίστροφη σύνδεση. Χρειάζονται περισσότερες έρευνες που θα εξερευνήσουν την κατεύθυνση της σύνδεσης».

«Ο έλεγχος σχετικά με την πορεία της σύνδεσης θα γίνει με έρευνες που θα χορηγήσουν θεραπεία για τις αγχώδεις διαταραχές. Αν υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος, τότε η θεραπεία των ψυχιατρικών νόσων θα μειώσει τον κίνδυνο μελλοντικών καρδιαγγειακών συμβαμάτων», πρόσθεσε.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η καταστροφική φύση των καρδιαγγειακών παθήσεων υπογραμμίζει τη σημαντικότητα της πρόληψης των νόσων αυτών στους ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές. «Τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιαγγειακής υγείας στους ασθενείς που έχουν διαγνωστεί προσφάτως με αγχώδεις διαταραχές», κατέληξε ο Σονγκ.

Βιβλιογραφία: Medscape