Όλο και περισσότερες έρευνες έρχονται στο φως που αναδεικνύουν τα οφέλη του καφέ για την υγεία. Μόλις 1 ποτήρι καφέ κάθε μέρα μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της παχυσαρκίας και τον περιορισμό της φλεγμονής που σχετίζεται με αυτή, αλλά και να προστατεύσει τον εγκέφαλο από τις επιδράσεις της γήρανσης.

Τα 3 ποτήρια καφέ την ημέρα συμβάλλουν στη διατήρηση της υγείας των αρτηριών, προλαμβάνουν τη συσσώρευση ασβεστίου και αποτρέπουν τις θρομβώσεις.

Ο καφές βοηθά επίσης στην αντιμετώπιση του διαβήτη καθώς βελτιώνει τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα, ενώ προστατεύει και το ήπαρ.

Οι μηχανισμοί στους οποίους αποδίδονται οι θετικές επιδράσεις αυτές, ωστόσο, είναι προς το παρόν άγνωστοι.

Μία νέα έρευνα προσπάθησε να απαντήσει κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα εξετάζοντας τη σύνδεση ανάμεσα στον καφέ και την υγεία του εντερικού μικροβιώματος.

Ο Dr Li Jiao από το Bayor College of Medicine στο Χιούστον, ήταν ο επικεφαλής της έρευνας αυτής.

Ο Dr Shawn Gurwara, από το ίδιο πανεπιστήμιο ήταν αυτός που παρουσίασε τα αποτελέσματα της έρευνας στο ετήσιο συνέδριο του American College of Gastroenterology 2019.

Εξετάζοντας το Εντερικό Μικροβίωμα

Ο Dr Jiao και η ομάδα του αποφάσισαν να εξετάσουν «τη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση καφέ και τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος». Για την έρευνά τους ζήτησαν από 34 εθελοντές να κάνουν κολονοσκόπηση και ενδοσκόπηση με σκοπό να επιβεβαιωθεί η υγεία του εντέρου τους.

Ακολούθως έλαβαν 97 βιοψίες του βλεννογόνου από διάφορα τμήματα του εντέρου στους εθελοντές, από τις οποίες απομόνωσαν το μικροβιακό DNA και έκαναν ανάλυση της αλληλουχίας του rRNA.

Οι εθελοντές απάντησαν σε ένα ερωτηματολόγιο αναφορικά με τις διατροφικές τους συνήθειες για να εκτιμηθεί η καθημερινή κατανάλωση καφέ. Οι εθελοντές χωρίστηκαν ακολούθως σε δύο ομάδες ανάλογα με την κατανάλωση καφέ. Ως υψηλή κατανάλωση θεωρήθηκε η ποσότητα πάνω από 82.9mg ημερησίως ενώ οι μικρότερες ποσότητες θεωρήθηκαν «χαμηλή κατανάλωση».

Οι Επιδράσεις του Καφέ στον Έντερο

Η ανάλυση έδειξε ότι αυτοί που έκαναν υψηλή κατανάλωση καφέ είχαν αυξημένους πληθυσμούς των βακτηριακών ειδών Faecalibacterium και Roseburia. Είχαν επίσης μειωμένους πληθυσμούς των Erysipelatoclostridium, μίας «δυνητικά επιβλαβούς» οικογένειας βακτηρίων.

Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι παραπάνω επιδράσεις ήταν ανεξάρτητες της ηλικίας των εθελοντών ή της υπόλοιπης διατροφής τους.

Αν και αποτελούν κομμάτι ενός υγιούς εντερικού μικροβιώματος, τα αυξημένα επίπεδα των Erysipelatoclostridium ramosum μπορεί να είναι επιβλαβή.

Προηγούμενες έρευνες σε ανθρώπους είχαν συνδέσει τα βακτήρια E. ramosum με το μεταβολικό σύνδρομο. Αντίστοιχα, έρευνες σε πειραματόζωα είχαν δείξει ότι τα βακτήρια αυτά συνδέονται με υπελειτουργία των μεταφορέων γλυκόζης και λίπους στο ήπαρ, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο παχυσαρκίας.

Οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης διαπίστωσαν επίσης υψηλότερα επίπεδα ορισμένων άλλων φυσιολογικών βακτηρίων στους εθελοντές που έκαναν υψηλή κατανάλωση καφέ. Τα βακτήρια αυτά ήταν τα Odoribacter, Dialister, Fusicatenibactor, Alistipes, Blautia και ορισμένα στελέχη των Lachnospiraceae.

«Η αυξημένη κατανάλωση καφέ σχετίζεται με αυξημένη ποικιλομορφία του εντερικού μικροβιώματος, υψηλότερους πληθυσμούς των αντιφλεγμονωδών βακτηρίων, όπως τα Faecalibacterium και Roseburia και χαμηλότερους πληθυσμούς των επιβλαβών Erysipelatoclostridium», κατέληξαν οι ερευνητές.