Τα παιδιά με υπερθυρεοειδισμό έχουν υψηλότερα ποσοστά διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), διαταραχής προσαρμογής, άγχους, διπολικής διαταραχής, κατάθλιψης και αυτοκτονιών, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα. Οι παθήσεις του θυρεοειδούς πρέπει πάντοτε να εξετάζονται σε ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους ή άλλων ψυχικών νόσων, τόνισε η Δρ Μελίσα Μπάιρουκ, επικεφαλής της έρευνας.

«Αυτή είναι η πρώτη έρευνα που αναδεικνύει τη σύνδεση ανάμεσα στις ψυχικές νόσους και τον υπερθυρεοειδισμό σε ένα μεγάλο δείγμα παιδιών. Τα αποτελέσματα ουσιαστικά συμφωνούν με τη βιβλιογραφία για τους ενήλικες», είπαν οι συγγραφείς ενός άρθρου που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας.

Η Δρ Μπάιρουκ και οι συνεργάτες της χρησιμοποίησαν για την έρευνά τους δεδομένα από τη βάση Military Health System Data Repository. Εξέτασαν πληροφορίες για παιδιά ηλικίας 10-18 ετών (1.894 κορίτσια και 585 αγόρια) που είχαν διαγνωστεί με υπερθυρεοειδισμό ανάμεσα στα έτη 2008 και 2016. Συγκριτικά με τα παιδιά που δεν είχαν υπερθυρεοειδισμό, η συχνότητα των ψυχιατρικών νόσων ήταν αυξημένη σε αρκετές από αυτές με τα χαμηλότερα ποσοστά αυξημένου κινδύνου να παρατηρούνται στη ΔΕΠΥ (70%) και τα υψηλότερα στη διπολική διαταραχή (390%). «Ο κίνδυνος αυτοκτονίας ήταν σχεδόν 5 φορές υψηλότερος στα παιδιά που έπασχαν από υπερθυρεοειδισμό σε σχέση με αυτά που δεν είχαν τη συγκεκριμένη νόσο», είπαν οι συγγραφείς. «Για καθεμία από τις ψυχιατρικές νόσους που εξετάσαμε, με μοναδική εξαίρεση τον κίνδυνο αυτοκτονίας, η διάγνωσή της γινόταν συνήθως πριν τη διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού, με το υψηλότερο ποσοστό να έχει διαγνωστεί με ΔΕΠΥ (68.3%) πριν τον υπερθυρεοειδισμό», συμπλήρωσαν.

Ουσιαστικά από την παρούσα μελέτη βγαίνουν δύο συμπεράσματα. Πρώτον, όταν ένα παιδί παρουσιάζει συμπτώματα μίας ψυχιατρικής νόσου, ο γιατρός πρέπει πάντοτε να εξετάζει αν κάποια φυσική νόσος ευθύνεται για τα συμπτώματα αυτά. Στην περίπτωσή μας η νόσος αυτή είναι ο υπερθυρεοειδισμός. Όπως τόνισαν οι ερευνητές, «προφανώς δεν υποστηρίζουμε ότι κάθε παιδί με ψυχικά συμπτώματα πρέπει να κάνει εξετάσεις αίματος για την εκτίμηση της λειτουργίας του θυρεοειδούς, ωστόσο ο γιατρός πρέπει να περιλαμβάνει τον υπερθυρεοειδισμό στη διαφορική του διάγνωση».

«Δεύτερον, στα παιδιά που πάσχουν από υπερθυρεοειδισμό, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ψυχικών νόσων που δεν φαίνεται να σχετίζονται με την αύξηση των θυρεοειδών ορμονών», τόνισε η Μπάιρουκ. «Αρκετά δεδομένα δείχνουν ότι οι ψυχικές παθήσεις μπορεί να παραμείνουν για αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας του υπερθυρεοειδισμού. Είναι σημαντικό για τους γιατρούς να γνωρίζουν ότι ακόμα κι αν ο υπερθυρεοειδισμός αντιμετωπιστεί, η ψυχική νόσος μπορεί να παραμείνει», πρόσθεσε.

Προς το παρόν υπάρχουν ελάχιστα δεδομένα σχετικά με τους μηχανισμούς της παραπάνω σύνδεσης, επομένως είναι σημαντικό να γίνουν περισσότερες έρευνες στο πεδίο αυτό, τόνισαν οι Δρ Ρεμπέκα Σνάιντερ και Δρ Τζον Φουκούα στο άρθρο που σχολίασε τα αποτελέσματα της έρευνας. Όπως πρόσθεσαν, οι οδηγίες για τη διάγνωση και θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού σήμερα δεν λαμβάνουν υπόψη τον αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικών παθήσεων που χαρακτηρίζει τη νόσο και ιδιαίτερα τον αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονιών. Σύμφωνα με τους επιστήμονες πρέπει να γίνουν νέες έρευνες που θα εξετάσουν αν ο υπερθυρεοειδισμός αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση ψυχικών νόσων (ή το αντίθετο) και θα αναζητήσουν νέες θεραπείες.

Βιβλιογραφία: Medscape