Παρά τις δεκαετίες έρευνας, οι διαταραχές του εγκεφάλου έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολες ως προς την αντιμετώπισή τους. Σκεφτείτε για παράδειγμα τη νόσο Alzheimer. Μέχρι σήμερα, κάθε κλινική δοκιμή μίας θεραπείας γι’αυτή, δεν έχει καταφέρει να σταματήσει την πορεία της. Τον Ιανουάριο, η Pfizer ανακοίνωσε ότι σταματά την έρευνα φαρμάκων τόσο για τη νόσο Alzheimer, όσο και για τη νόσο Parkinson. Οι ίδιες δυσκολίες παρατηρούνται και στην αντιμετώπιση του αυτισμού. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τη σχιζοφρένεια, στην οποία δεν έχει παρατηρηθεί κάποια εξέλιξη τα τελευταία 60 χρόνια, από την ανακάλυψη δηλαδή της χλωροπρομαζίνης.

Η ιστορία της χλωροπρομαζίνης, ωστόσο, μας προσφέρει ένα σημαντικό μάθημα: μία ουσία που αρχικά χρησιμοιήθηκε ως αντισταμινικό, επαναπροσδιορίστηκε ως αγχολυτικό φάρμακο. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με αγχώδεις διαταραχές ή ψυχωσικούς ασθενείς. Τελικά, με λίγες τροποποιήσεις, το φάρμακο έγινε αντιψυχωσικό και αποτέλεσε τη βάση για μία νέα γενιά φαρμάκων τα οποία χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ενός ευρέος φάσματος ψυχιατρικών νόσων, από τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή μέχρι τη μείζονα κατάθλιψη και το άγχος. Τα παραπάνω φάρμακα, έχουν φυσικά ανεπιθύμητες ενέργειες όπως κάθε φάρμακο, ωστόσο είναι πολύ καλύτερα από τα φάρμακα που χρησιμοποιούσαμε στο παρελθόν.

Αρκετοί επιστήμονες πιστεύουν σήμερα ότι άλλα φάρμακα που ήδη βρίσκονται στα ράφια θα μπορούσαν να έχουν αντίστοιχες χρήσεις σε διάφορες παθήσεις του εγκεφάλου, εφόσον οι φαρμακευτικές εταιρίες μοιραστούν τα δεδομένα που έχουν με τους ερευνητές. Καθώς τα φάρμακα αυτά έχουν ήδη εγκριθεί ως ασφαλή αναφορικά με την τοξικότητά τους για τον άνθρωπο, ο επαναπροσδιορισμός της χρήσης τους θα χρειαστεί σημαντικά λιγότερο χρόνο σε σχέση με ένα νέο φάρμακο το οποίο χρειάζεται κατά μέσο όρο 13 χρόνια. Το κόστος της ανάπτυξής του θα είναι επίσης σημαντικά μικρότερο από τα 2-3 δις δολλάρια που απαιτούνται κατά μέσο όρο για την ανάπτυξη ενός νέου φαρμάκου. Τα χιλιάδες φάρμακα που έχουν ήδη εγκριθεί αποτελούν επομένως μία τεράστια δεξαμενή από την οποία μπορούν να εξερευνηθούν φάρμακα για ένα μεγάλο εύρος παθήσεων. Το ενδεχόμενο αυτό, παραμένει ωστόσο ανεξερεύνητο, καθώς οι φαρμακευτικές εταιρίες εστιάζουν σε συγκεκριμένες παθήσεις και θα έπρεπε να αναδιαρθρώσουν εκ νέου τα ερευνητικά τους προγράμματα για τον παραπάνω σκοπό. Υπάρχουν επίσης χιλιάδες φάρμακα που ΔΕΝ έχουν εγκριθεί από το FDA, όπως αυτά που βρίσκονται ακόμα στο στάδιο των κλινικών δοκιμών ή αυτά που έχουν σταματήσει να παράγουν οι εταιρίες. Όταν μία εταιρία εγκαταλείπει την ανάπτυξη ενός φαρμάκου, όλα τα δεδομένα για το φάρμακο αυτό «κλειδώνονται» στις βάσεις δεδομένων της εταιρίας και ουσιαστικά χάνονται. Οι επιστήμονες χρειάζονται πρόσβαση στα δεδομένα αυτά και μάλιστα άμεσα. Τα τελευταία χρόνια, το NIH των ΗΠΑ και το MRC του Ηνωμένου Βασιλείου πληρώνουν τις φαρμακευτικές εταιρίες έτσι ώστε να δημοσιεύσουν τα δεδομένα αυτά. Φροντίζουν επίσης, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα της εταιρίας κατά το διαμοιρασμό των παραπάνω δεδομένων.

Οι πληροφορίες αυτές, αν συνδυαστούν με τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα για τα φάρμακα που κυκλοφορούν σήμερα, αλλά και τις εξελίξεις σχετικά με τους μηχανισμούς κάθε πάθησης, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικές ανακαλύψεις. Οι ερευνητές θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν τα τελευταία εργαλεία για να αποκαλύψουν κοινές μοριακές δομές ανάμεσα στις διάφορες παθήσεις και τα φάρμακα αυτά.

Το κλειδί τελικά είναι η πρόσβαση, ωστόσο αρκετές φαρμακευτικές εταιρίες είναι ακόμα επιφυλακτικές να αποκαλύψουν οτιδήποτε μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πνευματική τους ιδιοκτησία. Ακόμα και διάφοροι επιστήμονες δεν θέλουν να μοιράζονται τις ανακαλύψεις τους με ανταγωνιστές. Για να αντιμετωπίσει το παραπάνω πρόβλημα, το FDA, πρέπει να δημιουργήσει κίνητρα ώστε οι εταιρίες και οι επιστήμονες να μοιράζονται τις ανακαλύψεις τους. Εφόσον τα κίνητρα αυτά γίνουν πραγματικότητα, θα ανοίξει ο δρόμος για τον εύκολο διαμοιρασμό και την χρησιμοποίηση από κοινού των νέων ανακαλύψεων της έρευνας. Κάτι που θεωρείτο αδύνατο πριν από 5 χρόνια, σήμερα αποτελεί πλέον εφικτό στόχο.

Αυτή τη στιγμή, εξετάζονται συγκεκριμένα φάρμακα για τον καρκίνο τα οποία μπορούν να διορθώσουν ορισμένες από τις βιολογικές διαδικασίες που διαταράσσονται στη σχιζοφρένεια. Ο στόχος είναι να διαπιστωθεί αν τα φάρμακα αυτά έχουν τις ίδιες θεραπευτικές δράσεις στα εγκεφαλικά κύτταρα των ασθενών με σχιζοφρένεια. Το παραπάνω, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα φάρμακα μπορούν να επαναπροσδιριστούν για νέους στόχους.

Βιβλιογραφία: Scientific American